Loader

Περιγραφή

Οινομαγειρείο με σταθερές επιλογές σε μαγειρευτά και φρέσκα, μικρά ψάρια - κρασί από τα βαρέλια. Ανοιχτά έως αργά το μεσημέρι.

ΠΩΣ ΘΑ ΤΟ ΒΡΕΙΤΕ οδηγίες πλοήγησης

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΕΣΑΣ

17 Ιαν 2018

Γεύση
Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 0
Εξυπηρέτηση
Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 0
Χώρος
Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 0
Value for money
Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 0
€ / Άτομο
10-16

Συνεχίζοντας να ανακαλύπτω τις πιο παλιές, ιστορικές μας ταβέρνες, μαγέρικα και κουτούκια, επισκέφθηκα το μεσημέρι της Τρίτης 9/1 στην Πλατεία Θεάτρου το μοναδικό στο είδος του ΔΙΠΟΡΤΟ (Δ), που βρίσκεται στη διασταύρωση των οδών Σωκράτους και Θεάτρου.

Παραμένει το ΔΙΠΟΡΤΟ μοναδικό, αφού λειτουργεί για πάνω από έναν αιώνα χωρίς ταμπέλα, χωρίς κατάλογο με το μενού και χωρίς να δίνει απόδειξη. Όλοι οι θαμώνες του, μόνιμοι και περαστικοί, ημεδαποί και αλλοδαποί (απ’ τους Οδηγούς τους) γνωρίζουν, ωστόσο, πού βρίσκεται και τι προσφέρει!

Το ΔΙΠΟΡΤΟ είναι υπόγειο, έχει δύο εισόδους, όπου κατεβαίνετε απ’ τα υπόγεια σκαλάκια των δύο αυτών οδών. Κατά τον μύθο, οι δυο πόρτες του προσφέρονταν για να διαφεύγουν πιο εύκολα οι μάγκες όταν, προπολεμικά, τους κυνηγούσαν οι χωροφύλακες…

Άλλωστε, το Δ βρίσκεται δυο βήματα μόλις απ’ τη Βαρβάκειο Αγορά της Αθηνάς, για την οποία ο Μάνος Χατζιδάκις, στις «Μπαλάντες της οδού Αθηνάς» (1983), είχε δώσει το στίγμα, λέγοντας μεταξύ άλλων, ότι είναι ο δρόμος «με τα πολλά οινομαγειρεία, πορνεία, κινηματογράφους για κατ’ ιδίαν ερωτικές απολαύσεις, ξενοδοχεία σκοτεινά για άμεση ερωτική περίθαλψη, χιλιάδες καφενεία για ημερήσια χαύνωση… όπου κυκλοφορούν εργατικοί, μικροέμποροι, αλήτες, πόρνες, τραβεστί, δημοσιογράφοι, επαρχιώτες μαστροποί και χίλιοι δολοφόνοι: αυτό περίπου είναι το σκηνικό»!

Το κτίριο που στεγάζει το Δ χτίστηκε το 1895 και η ταβέρνα λειτούργησε γύρω στα 1900, όπως μου είπε ο Μήτσος, ο τωρινός ιδιοκτήτης της. Το Δ είναι ανοιχτό από Δευτέρα με Σάββατο, απ’ τις 8.00 το πρωί, προσφέροντας κρασάκι με σαλάτα, μεζέ και ό, τι φαγητό ετοιμάζεται, μέχρι τις 7.00 μ. μ.

Ο Μήτσος είναι αυτός που μαγειρεύει τα εδέσματα του Δ, γνωστά στους πιο πολλούς, που είναι μάλλον λιγοστά αλλά εκλεκτά. Είναι η ψυχή της ταβέρνας, αφού δουλεύει εκεί απ’ το 1957 (!! ), για 61 ολόκληρα χρόνια, αφότου πρωτοπήγε για να εργαστεί εκεί σαν γκαρσόνι, σε ηλικία μόλις 13 χρονών τότε. Ο αειθαλής Μήτσος λοιπόν, Αρβανίτης απ’ την Κάρυστο, σήμερα 74 ετών, λατρεύει τη δουλειά του και ξεχωρίζει πάντα απ’ το λευκό του τρίο: τη ρόμπα, τα μαλλιά και το περιποιημένο μουστάκι του!
Όταν πρωτοξεκίνησε, αφεντικό ήταν ο Κυρ-Μιχάλης, ήδη απ’ την εποχή του Μεσοπολέμου. Ο Μιχάλης και ο Μήτσος συνυπήρξαν μέχρι το 1991, την εποχή που ο Μιχάλης, πλήρης ημερών, έφυγε από εγκεφαλικό, μέσα στην ταβέρνα του.

Τα τελευταία χρόνια, ο Μήτσος, έχει με τη σειρά του για βοηθό, τον εξυπηρετικό και σβέλτο Ανέστη, ο οποίος παίρνει τις παραγγελίες, στρώνει τα τραπέζια με λαδόκολλες πάνω απ’ τα καρό τραπεζομάντιλα, φέρνει τα φαγητά απ’ την κουζίνα και τον Μήτσο, καθώς και τα ποτά, ενώ στο τέλος πληρώνεται για ό, τι καταναλώθηκε στα τραπέζια. Θα είναι, άραγε, ο μελλοντικός διάδοχος του Μήτσου;;
Σαν σχολάσουν, γυρίζουν σπίτι τους για να ξεκουραστούν, αφού τους περιμένει η σκληρή αυριανή δουλειά στη γιομάτη ταβέρνα που κρατάνε μόνοι τους: ο Μήτσος, έχει δρόμο μέχρι τα Γλυκά Νερά, ενώ ο Ανέστης, πιο τυχερός, μένει στα Κάτω Πατήσια…

Ο χώρος, ολόιδιος όπως και τότε: καμιά 10αριά τραπέζια για 25 το πολύ πελάτες, (αν είστε μόνοι θα φάτε παρέα με άλλους), στο βάθος 13 τεράστια βαρέλια των 600 κιλών, στο δάπεδο το παλιό γκρίζο μωσαϊκό…
Απ’ τα σκαλιά της Σωκράτους αντικρίζεις τη μαρμάρινη γούρνα, τα ποτήρια και τις κόκκινες τσίγκινες κανάτες για το κρασί, το ψυγείο Ιζόλα, το μαντεμένιο ντουλάπι, κάποιες γλαστρούλες, 2-3 ανεμιστήρες για το καλοκαίρι, και το σκίτσο του Κώστα Βάρναλη, τακτικότατου θαμώνα κάποτε, δίπλα στο μικρό καντήλι!
Κατεβαίνοντας απ’ τα σκαλιά της οδού Θεάτρου, βλέπετε τη βιτρίνα με τις κατσαρόλες και τα φαγητά, καθώς και τα πιατικά, με τα οποία θα σας σερβίρει ο Μήτσος. Δεξιά της κουζίνας πληροφορήθηκα ότι υπάρχει ένα WC.
Αν εξαιρέσει κάποιος το ψυγείο και τους ανεμιστήρες, όλα τα άλλα παραμένουν τα ίδια κι απαράλλαχτα πάνω από έναν αιώνα. Και σ’ αυτό το ΔΙΠΟΡΤΟ είναι επίσης μοναδικό!!

Μουσική, νωρίς το μεσημέρι, δεν έτυχε να ακούσω. Θεωρώ τυχερούς όσους τα Σάββατα, ή αργότερα το απόγευμα πέσουν στον πλανόδιο ακορντεονίστα, που ξαναζωντανεύει άψογα κάποια λαϊκά του Καζαντζίδη, ή ρεμπέτικα του Τσιτσάνη και άλλων συνθετών μας. Στο τσακίρ κέφι, έμαθα πως σηκώνονται και χορεύουν: ίσως, μιαν άλλη φορά…
Πάντως, η γκάμα των θαμώνων στο Δ θυμίζει τους διαβάτες της γειτονικής οδού Αθηνάς, όπως τους περιέγραψε ο Μάνος: ηλικιωμένοι εμποροβιοτέχνες, δημοσιογράφοι, καλλιτέχνες, διανοούμενοι, ηθοποιοί, φοιτητόκοσμος και ψαγμένοι τουρίστες: κοντολογίς κάθε κοινωνική τάξη δίνει το ‘παρών’…

Πεινάσαμε όμως. Ο κατάμεστος χώρος σημαίνει ότι τα φαγητά θα αξίζουν τον κόπο. Κι αυτά, απαράλλαχτα στο διάβα τόσων δεκαετιών. Έχουμε και λέμε λοιπόν:
Ρεβίθια ή ρεβιθόσουπα (η μεγάλη σπεσιαλιτέ! ), γίγαντες, φασολάδα, φάβα, πατάτες γιαχνί με σέλινο. Από ψαρικά, σήμερα είχαν σαρδέλες και μαρίδα. Από σαλάτες, αγγουροντομάτα και χόρτα. Κάποιες μέρες έχουν κρεατικά, κοκκινιστό ή γιουβέτσι. Τιμές από 4 μέχρι 7 €, συνήθως για τα ψάρια και τα κρέατα.

Από ποτά, κρατηθείτε: και σ’ αυτά το ΔΙΠΟΡΤΟ πάντα μοναδικό. Αποκλειστικά ρετσίνα, εκλεκτή φυσικά απ’ τα Μεσόγεια, και για τους ξενέρωτους, νεράκι.
ΑΥΤΑ, ΤΙΠΟΤΑ ΑΛΛΟ!! Τιμή εδώ: 3 € το μισό κιλό!
Χαλάλι της, αρκεί να σας αρέσει η ρετσίνα, το εθνικό ποτό μας μαζί με το ούζο και τα συναφή αποστάγματα!

Εγώ λοιπόν, αφού γνώρισα πρόσωπα και πράγματα, δοκίμασα:

• Μια καταπληκτική ζεστή φασολάδα, σε ξέχειλο βαθύ πιάτο. Χορταστική και εκλεκτή σαν της μάνας μου! Τιμή στα 5 €.

• Μια ψητές σαρδέλες: πιάτο γεμάτο, καυτό αλλά και πεντανόστιμο. Τιμή 7 €.

Πλήρωσα 12 €, με κερασμένες δυο φέτες λευκού ψωμιού και ένα ποτηράκι ρετσίνα κεχριμπαρένια, που είχα να τη δοκιμάσω εδώ και χρόνια. Έφαγα όπως ακριβώς κι ο παππούς μου κάποτε, μόνο που αυτός πλήρωνε τότε σε δραχμές. Δεν θα μπορούσα να διανοηθώ κάτι άλλο στο ΔΙΠΟΡΤΟ, αυτό θα ήταν ιεροσυλία.

Συμπερασματικά, στο Δ θα βιώσετε μια αλλιώτικη νοσταλγική εμπειρία της παλιάς Αθήνας, όπως την έχουμε γνωρίσει μέσα απ’ τις πρώτες ασπρόμαυρες κινηματογραφικές μας ταινίες, ή κάποιες καρτ ποστάλ και φωτογραφίες που απαθανάτισαν σκηνές, οι οποίες ολοένα και εκλείπουν!

Στον απόηχο του γεύματός μου, με αφορμή το σκίτσο του Βάρναλη, θυμήθηκα τους στίχους του απ’ τους Μοιραίους, που μάλλον στο ΔΙΠΟΡΤΟ τους είχε εμπνευστεί:

«Μες στην υπόγεια την ταβέρνα, μες σε καπνούς και σε βρισιές,
(απάνω στρίγγλιζε η λατέρνα), όλη η παρέα πίναμε εψές,
εψές σαν όλα τα βραδάκια, να πάνε κάτου τα φαρμάκια».

Αν τύχει λοιπόν και βρεθείτε στα πέριξ, Αθηνάς, Ψυρρή, Μοναστηράκι, δώστε στο μνημειακό ΔΙΠΟΡΤΟ μια ευκαιρία. Θα ζήσετε σίγουρα μια πρωτόγνωρη εμπειρία, που εσείς εντέλει θα την αξιολογήσετε…

03 Φεβ 2017

Γεύση
Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 0 Tomatos 0
Εξυπηρέτηση
Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 4
Χώρος
Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 0 Tomatos 0
Value for money
Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 0 Tomatos 0
€ / Άτομο
10-16

ΤΟ ΔΙΠΟΡΤΟ

Σάββατο 14/01/2017. Υπέρλαμπρος ήλιος και αρκετά ζεστή η ατμόσφαιρα σχετικά με τις πολύ χαμηλές θερμοκρασίες λόγω χιονιά, τις προηγούμενες ημέρες.
Ευκαιρία βρήκαμε να βγούμε με τον φίλο μου για ψώνια στο κέντρο της Αθήνας.
Η ώρα πέρασε ευχάριστα και κατά τις 13:00 μ. μ. πεινασμένοι αναρωτιόμασταν που θα καταλήξουμε για φαγητό να κορέσουμε την πείνα μας.

Σκεφτήκαμε να δοκιμάσουμε την τύχη μας σε μια υπόγεια ταβέρνα (κυριολεκτικά κάτω από την γη), που βρίσκεται πίσω από την λαχαναγορά της Βαρβακείου και
στην οποία όσες φορές βρεθήκαμε στην περιοχή και προσπαθήσαμε να βρούμε τραπέζι στάθηκε αδύνατον.
Δεν λένε ο επιμένων νικά; Ε, αυτή την φορά ένα και μοναδικό τραπέζι φλερτάριζε μαζί μας ακριβώς δίπλα στο τελείωμα των σκαλοπατιών. Κοιταζόμασταν και δεν το πιστεύαμε. Δεν το σκεφτήκαμε δεύτερη φορά. Κατεβήκαμε τα μπόλικα σκαλοπάτια (καμιά δεκαριά) της καταπακτής-πόρτας προσέχοντας μην τσακίσουμε τα κρανία μας στο πολύ χαμηλό ταβάνι και αράξαμε φτύνοντας στον κόρφο μας για την τύχη μας γιατί οι τρεις παρέες που κατέβηκαν ακριβώς μετά από εμάς, ξανανέβηκαν εντελώς δυσαρεστημένες τον ανήφορο μιας και όλα τα τραπέζια ήταν ασφυκτικά κατειλημμένα.
Ο χώρος, ειδυλλιακός, σαν να έχει ξεπηδήσει μέσα από ελληνική ταινία της δεκαετίας του’50 με τον Ορέστη Μακρή.
Μια μακρόστενη σάλα, παστρικιά και τακτοποιημένη, με φθαρμένο πάτωμα, ασβεστωμένους τοίχους, τραπέζια που δεν πρέπει να ξεπερνάνε τα δέκα.
Δίπλα από τις σκάλες, μια λιλιπούτεια κουζίνα όπου ετοιμάζονται τα φαγητά. Μπροστά της, ένα τσιμεντένιο ασβεστωμένο ορθογώνιο αυτοσχέδιο τραπέζι, το οποίο επάνω του φιλοξενεί μια γυάλινη βιτρίνα μέσα στην οποία υπάρχουν στοίβες με πιάτα. Σύρριζα ένα ξύλινο ντουλάπι με μαρμάρινη βάση, όπου μάλλον κόβεται το ψωμί. Στο βάθος ένα δωματιάκι που κατά το ήμισυ κρύβεται από μια κουρτίνα με ένα ψυγείο, ένα νεροχύτη με ντουλάπια πάνω και κάτω από αυτόν. Δεξιά από αυτό μια διπλή σειρά από τεράστια βαρέλια (13) κατά μήκος όλου του τοίχου.
Μια δεύτερη είσοδος – έξοδος, στο τέλος και δεξιά αυτών των βαρελιών, με ένα παμπάλαιο δίπορτο ψυγείο και έναν μαρμάρινο νεροχύτη στα ριζά των σκαλοπατιών.
Σε λίγα λεπτά ένας νεαρός σερβιτόρος πλησίασε στο τραπέζι μας. Δύο λαδόκολλες ενωμένες στρώθηκαν γρήγορα και έπαιξαν το ρόλο του τραπεζομάνδηλου με αντίστοιχα μικρά ορθογώνια κομμάτια από το ίδιο υλικό, τις χαρτοπετσέτες.
Στην συνέχεια δύο ποτήρια και ένα κατρούτσο με λευκό κρασί (κατευθείαν από το βαρέλι), πριν προλάβουμε να ανοίξουμε το στόμα μας (για την επιλογή χρώματος) και η αναγγελία των πιάτων της ημέρας. Ρεβίθια, φασολάδα, φάβα, ψάρια, χόρτα, σαλάτα.
Παραγγείλαμε:
1 ρεβίθια 5€
1 χόρτα (φύλλα και βλαστάρια παντζαριού) 5€,
1 ψάρια (σαρδέλες ψητές) 7€,
ψωμί (τρεις φέτες) 2€,
1 κατρούτσο με λευκό κρασί 3€ (προηγήθηκε της παραγγελίας).
Σε ελάχιστο χρόνο κατέφθασαν τα φαγητά μαζί με την απόδειξη 22€.
Τα ρεβίθια πολύ νόστιμα, χυλωμένα Τα χόρτα τίποτα το εξαιρετικό, πανάκριβα τα παντζαρόφυλλα. Τα ψαράκια αρκετά συμπαθητικά. Το κρασί άριστο. Το ψωμί λίγο, αλλά φρέσκο και τραγανό.
Αν και μας φάνηκε εξωφρενικό το ποσό στη απόδειξη, επειδή δεν είχαμε χορτάσει αρκετά παραγγείλαμε επιπλέον:
1 φασολάδα,
1 κρασί,
ψωμί.
Άλλωστε ο βρεγμένος τη βροχή δεν τη φοβάται.
Η φασολάδα για μένα αδιάφορη (νερουλή), στον φίλο μου άρεσε πολύ.
Όταν ζητήσαμε να πληρώσουμε αντί του σερβιτόρου εμφανίστηκε ένας ασπρομάλλης, καλοσυνάτος, ευγενέστατος κύριος με μουστάκι και κάτασπρη ρόμπα εργασίας. Μας ρώτησε τι πήραμε και του έδειξα την απόδειξη, να την συμβουλευτεί ως αρχή και στην συνέχεια να αναφέρω και την υπόλοιπη παραγγελία.
Που να βλέπω κυρία μου είπε, πες τα μου εσύ. Του απαρίθμησα τα πιάτα και κάθε τόσο αναφωνούσε πες, πες εσύ με συμφέρει εμένα και στην συνέχεια, αμάν ρε παιδιά πόσο φάγατε, την υγειά σας να έχετε.
Η κατακλείδα; 30€
Μόνο για την εμπειρία, την εμμονή να καταφέρουμε να παρεισφρήσουμε στο χώρο, την ευγένεια και την γρήγορη εξυπηρέτηση θα δικαιολογήσω την τιμή.
Αντικειμενικά, για δυο πιάτα με ταπεινά όσπρια, μια παντζαρόφυλλα με υπόλευκη υδαρή ουσία που τα περιέβαλε και μια σαρδέλες, άντε και το κρασί 30€;
Νομίζω κατά την ταπεινή μου άποψη, αφύσικα ακριβά.