Loader

Περιγραφή

Ψαρικά και ειδίκευση στη μπουγιαμπέσα.

ΠΩΣ ΘΑ ΤΟ ΒΡΕΙΤΕ οδηγίες πλοήγησης

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΕΣΑΣ

28 Σεπ 2018

Γεύση
Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 4
Εξυπηρέτηση
Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 4
Χώρος
Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 0
Value for money
Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 0 Tomatos 0
€ / Άτομο
26-36

- Δε μου λες … αυτό το, πως το λένε, το internet είναι ανοιχτό και τα Σαββατοκύριακα?

Ερώτηση της φοβερής θείας Αλίκης, ετών 92 παρακαλώ, η οποία προκάλεσε τέτοιο ξέσπασμα γέλιου που μας πήραν από τους πάνω ορόφους, στο γραφείο, να δουν μήπως συνέβη κάτι.

Ευτυχώς, βέβαια, που μαμά και θεία είναι παντελώς άσχετες με τις νέες τεχνολογίες διότι, έτσι κι έσπαγε ο διάολος το ποδάρι του κι έπεφταν πάνω στις συνεχόμενες κριτικές μου για ψαρομάγαζα, θα γινόντουσαν παιδοκτόνοι αφήστε που πιστεύω ότι κανένα δικαστήριο δε θα τις καταδίκαζε για την πράξη τους αυτή μόλις μάθαινε όλη την ιστορία. Λαμπρή στιγμή δόξας στο προσωπικό μου Πάνθεον η μέρα που ξύπνησα από μία, κατ’ εμέ, φριχτή μυρωδιά. Η μαμά μου μαγείρευε ψάρι πλακί. Η συνέχεια δεν είχε καθόλου πλάκα και το πλακί αποδήμησε εις τας αιωνίους μονάς.

Η Μπουγιαμπές μετρά πολλά χρόνια παρουσίας στην ψαροφαγική σκηνή της Αθήνας. Δεν είναι λαμπερό ή μοδάτο εστιατόριο φαίνεται όμως, παρόλα αυτά, να διατηρεί ένα σταθερό κοινό όπως αποδείχτηκε στην επίσκεψή μας ένα απόγευμα καθημερινής του Αυγούστου.

Απέξω, σαφώς, δε θα σας γεμίσει το μάτι. Θα δείτε μόνον έναν άσπρο τοίχο με την επωνυμία του μαγαζιού. Μπαίνοντας, όμως, μέσα, θα περάσετε από ένα χολ, το οποίο, για να είμαι ειλικρινής, θα ήθελα πιο περιποιημένο και θα βρεθείτε σε μια δίχωρη αίθουσα η οποία, αν είχε δερμάτινους καναπέδες, θα με μετέφερε, αυτομάτως, σε αγγλική, κλειστή λέσχη. Γκρι/μπεζ στους τοίχους, άνετα τραπέζια και, ομοίως, ανετότατες καρέκλες. Λινά τραπεζομάντηλα και πετσέτες. Επιδαπέδια φωτιστικά, κοινώς λαμπατέρ, που όσο να’ ναι δίνουν έναν ξεχωριστό, πιο οικείο, φωτισμό. Όμορφες θαλασσινές γκραβούρες στους τοίχους. Μια δροσιά τόσο ευπρόσδεκτη μετά την υγρή ζέστη του φετινού καλοκαιριού. Αίσθηση χαλάρωσης, διακριτικότητας, άνεσης. Εκεί που περιμένεις ότι θα σε περιποιηθούν όπως θες και τα πάντα θα κυλήσουν ομαλά, χωρίς δυσάρεστες εκπλήξεις.

Οι προσδοκίες που μου καλλιέργησε το περιβάλλον ομολογώ ότι εκπληρώθηκαν και όσον αφορά στην εξυπηρέτηση η οποία, σαφώς, εναρμονισμένη με το ύφος του μαγαζιού, υπήρξε ευγενέστατη, άμεση, επεξηγηματική, αθόρυβη, χωρίς να ξεπερνά τα όρια της σχέσης πελάτη/περιποιητή και όσον αφορά το φαγητό και, δυστυχώς, τις τιμές. Βλέπετε, παρόλο το παράλογο του πράγματος, η ψαροφαγία είναι ένα ακριβό σπορ στην Ελλάδα, γεγονός που κάνει τον καλό μου να μουρμουρίζει πολλές φορές “Τι ήθελα εγώ και την έμαθα να τρώει ψάρια?”

Σε πρώτη ανάγνωση, λοιπόν, το μενού του εστιατορίου δε θα σας φανεί ιδιαίτερα ακριβό. Τουλάχιστον εμένα δε μου έδωσε τέτοια εντύπωση. Τώρα βέβαια πως ο τελικός λογαριασμός, ο οποίος, εκτός των κάτωθι, συμπεριέλαβε μια μπύρα κι ένα ποτήρι κρασί, άγγιξε τα 80 ευρώ … μένει να εξηγηθεί.

Αρχή με ατομικά κουβέρ που μεταφράζεται σε ψωμάκια λευκά, καλαμποκιού και ολικής άλεσης. Όχι ιδιαίτερης νοστιμιάς αλλά ζεστά. Δε θυμάμαι αν συνοδευόντουσαν από κάτι ή αν χρεώθηκαν τα αρχικά κι η επανάληψή τους.

Αλμυρίκια. Αγαπημένη καλοκαιρινή βραστή σαλάτα ειδικά όταν την φτιάχνουν τόσο καλά όσο εδώ δηλαδή η πρασινάδα να κρατάει, να είναι ζωντανή, πράσινη και να συνοδεύεται από εξαιρετικό ελαιόλαδο και άφθονα λεμόνια. 6e ok! Αλλά η ποσότητα είναι για ένα άτομο άντε, οριακά, για 1 και μισό.

Ταραμοσαλάτα. Ιδιοπαρασκευής χωρίς αμφιβολία. Όχι η top μεν αλλά ψηλά στην κλίμακα βαθμολόγησης. 4e.

Χταπόδι. Δύσκολο να βρεθεί το φετινό καλοκαίρι αφού, όπως μάθαμε, η τιμή του έχει εκτιναχθεί σε τέτοια ύψη που το καθιστά ασύμφορο. Κατεψυγμένο, φυσικά, αλλά έτσι είναι τα περισσότερα οπότε μικρή σημασία έχει. Σημασία είχε όμως ότι ήρθε άρτια παρασκευασμένο με λάδι, ξύδι, κάπαρη, τρυφερό αλλά κράταγε και όσο έπρεπε. 11e.

Έχουμε αποφασίσει, καθότι το βράδυ ήμασταν καλεσμένοι, να φάμε ελαφρά. Άρα ένα ψαράκι ήταν η προφανής επιλογή. Φυσικά υπάρχει βιτρίνα, την οποία θα σας προτρέψουν να επισκεφθείτε, για να διαλέξετε. Διαλέγουμε μια όχι και τόσο μεγάλη γλώσσα. Κι εκεί, μετά την ερώτηση του σερβιτόρου “ Να σας την κάνω meunière?», το παιχνίδι κερδίζεται. Πόσα χρόνια είχα να το ακούσω αυτό? Δε σας λέω να το έχω φάει διότι δεν έτρωγα ψάρια. Ήταν, όμως, σα να άκουσα όλες τις, αγαπημένες, μαμάδες να απαγγέλουν το μενού των επίσημων, αστικών τραπεζωμάτων της δεκαετίας του 70 ή να παραγγέλνουν τα συγκεκριμένα πιάτα στα καλά εστιατόρια της εποχής. Γαρίδες cocktail, γλώσσα meunière, κοτόπουλο μιλανέζα, κρέμα καραμελέ κι άλλα που δε μου έρχονται τώρα στο μυαλό.
Τα φιλέτα του ψαριού ήταν άψογα καθαρισμένα, πάλλευκα, ψημένα όπως έπρεπε και η σάλτσα βουτύρου/λεμονιού έδεσε άψογα με τη, σχετικά, ουδέτερη γεύση της γλώσσας.

Αν θέλω να ξαναπάω? Ναι. Αλλά θα ήθελα να έχω μαζί μου όλες αυτές τις μανούλες που υπήρξαν τόσο σημαντικές φιγούρες της παιδικής μου ηλικίας. Να τις ξαναδώ νέες με το φουσκωμένο μαλλί φορώντας τα στολισμένα χτενάκια τους, τα μαντώ και τα γάντια τους. Τα υπέροχα λαμπερά τους φορέματα. Το χαμόγελό τους. Κι ας μου έριχναν επιτιμητικά βλέμματα του στυλ.. “ Όταν τα φτιάχναμε εμείς…!! ” με όλη τη γλυκιά αποδοκιμασία που αυτό συνεπάγεται!