Πρόσθεσε τον στους Έμπιστούς σου!
Μεζεδοπωλεία - Χαλάνδρι, Αθήνα
Ιαν
13
2015
+/-
Γεύση
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 0 Tomato 50 20130405 0
2
Εξυπηρέτηση
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 0
3
Χώρος
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 0 Tomato 50 20130405 0
2
Value for money
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 0
3
€/Άτομο
10-16

Βράδυ Δευτέρας, παραμονή των Φώτων, έξω χιόνια και παγωνιά κι αποφασίζουμε με μια φίλη να συνεχίσουμε την αδιάκοπη φαγοποσία που είχε χαρακτηρίσει τις τελευταίες, εορταστικές εβδομάδες και να επισκεφτούμε την Μπεμπέκα. Η αλήθεια είναι ότι προσωπικά δεν είχα ενθουσιαστεί με την προοπτική, μιας και είχα τιμήσει το συγκεκριμένο μαγαζί πέρυσι και δεν είχα μείνει με τις καλύτερες εντυπώσεις.

Ήθελα όμως να δώσω μία ακόμη ευκαιρία, κυρίως λόγω των πολύ καλών κριτικών που έχουν παρατεθεί εδώ, οι οποίες με είχαν κάνει ν’ αναρωτιέμαι μήπως κι είχα παρεξηγήσει το συμπαθητικό αυτό μαγαζάκι και το είχα πετύχει σε κακή μέρα. Με τη σκέψη αυτή, τηλεφώνησα κι έκανα μια κράτηση της τελευταίας στιγμής και μια ώρα μετά καταφθάσαμε κι οδηγηθήκαμε στο τραπεζάκι για δύο που μας περίμενε.

Με το που μπήκαμε θυμήθηκα το πρώτο πράγμα που μ’ είχε κάνει να μην επιθυμώ να ξαναπάω στην Μπεμπέκα, τουλάχιστον όχι στον εσωτερικό της χώρο: η τρομερή βαβούρα. Το μαγαζί ήταν γεμάτο και ο θόρυβος ήταν δυστυχώς πάρα πολύς. Ανά φάσεις διέκρινες ότι υπήρχε μια κάποια μουσική υπόκρουση, αλλά κατά κύριο λόγο ο ήχος που υπερίσχυε ήταν ένα αδιάκοπο μπρμπρμπρμπρμπρμπρμπρμπρ, ικανό να σου προκαλέσει πονοκέφαλο.

Το δεύτερο πράγμα που βρίσκω εξίσου ενοχλητικό και για κάποιον λόγο είχα επίσης αποβάλλει από την μνήμη μου, είναι η εγγύτητα των τραπεζιών μεταξύ τους και το πόσο αυτό καταλήγει να σε περιορίζει.

Προσωπικά ένιωσα πολύ στριμωγμένη στο διπλό τραπεζάκι μας, το τοποθετημένο ανάμεσα σε δύο τετραπλά τραπέζια, καθένα από τα οποία είχε φουλ κόσμο, των οποίων τις συζητήσεις μπορούσα, αν ήθελα, να παρακολουθήσω. Αφήστε που μόλις και μετά βίας χωρέσανε τα πιάτα μας, έτσι μικρό που ήταν το τραπεζάκι μας, ενώ εγώ που καθόμουν στον καναπέ, δεν είχα πού ν’ ακουμπήσω παλτό, σκουφιά, κασκόλ και για να μην επεκταθώ στην μεριά των άλλων τραπεζιών, αναγκάστηκα να στριμωχτώ ακόμα περισσότερο.

Κατά τα’ άλλα, ο χώρος δεν μπορώ να πω ότι δεν είναι συμπαθητικός, χωρίς να είναι όμως κάτι ιδιαίτερο. Φαντάζομαι ότι αν η επίσκεψή μου είχε γίνει καλοκαίρι και είχα κάτσει στην πραγματικά όμορφη αυλή τους, με τα ωραία της φωτάκια και τα ωραία τραπεζάκια, τα σε ανεκτή απόσταση το ένα από το άλλο, ενδεχομένως να έβαζα και τεσσάρι στο χώρο (η αυλή δείχνει να αξίζει πραγματικά τον κόπο). Όμως η οχλαγωγία και το στριμωξίδι που υπέστην, δεν μου επιτρέπουν να βάλω παραπάνω από δύο, κι αυτό επειδή προσμετρώ κιόλας ότι ναι, είναι φροντισμένο μαγαζί και δεν επιτρέπεται το κάπνισμα, άρα δεν επιβαρύνεται η ατμόσφαιρα κι από κάπνα.

Αναφορικά με την εξυπηρέτηση, αναγνωρίζω ότι ο σερβιτόρος μας ήταν συμπαθέστατος, ευγενέστατος, χαμογελαστός και πραγματικά έκανε ό, τι μπορούσε για να μας ικανοποιήσει τις επιθυμίες, παρά τον κακό χαμό που γινόταν από τον κόσμο. Ν΄ αναφέρω ότι στο τέλος έπαιξε και κέρασμα μαστίχα (κίνηση που εκτιμώ πάντα απερίγραπτα) και ότι σε κάποια φάση που θελήσαμε να ακυρώσουμε ένα πιάτο, επειδή απλά δεν υπήρχε περίπτωση να κατέβει μπουκιά (θα φτάσω κι εκεί), το αίτημά μας ικανοποιήθηκε αμεσότατα και χωρίς κανένα πρόβλημα.

Κι ας πάμε στα του φαγητού. Το πρώτο πρώτο πράγμα που πρέπει να υπογραμμίσω πριν περάσω στα περαιτέρω έχει να κάνει με τις μερίδες και το γεγονός ότι είναι *υπερμεγέθεις*. Πραγματικά τα πιάτα είναι τεραστίων διαστάσεων κι αυτό πρέπει να το λάβετε υπ’ όψιν κατά την παραγγελία σας. Ειδικά δεδομένου ότι παραγγέλνετε μόνοι σας, συμπληρώνοντας τι θέλετε από ένα χαρτί που αφήνεται στο τραπέζι με το μενού κι άρα δεν είναι διαθέσιμος κάποιος σερβιτόρος να σας προειδοποιήσει για το μέγεθος των πιάτων και να σας κοντρολάρει την παραγγελία. Το νου σας, λοιπόν, μην την πατήσετε όπως εμείς και καταλήξετε να ακυρώνετε πιάτα. (ναι, ούτε αυτό το θυμόμουν από πέρυσι)

Ξεκινάμε, λοιπόν και περιχαρείς παραγγέλνουμε γι’ αρχή μια πράσινη σαλάτα, με κατσικίσιο τυρί, ρόδι και τσιπς χοιρινού, η οποία ήρθε σε μία γαβάθα, φυσικά. Πολύ πλούσια και οι λάτρεις του κατσικίσιου τυριού θα την χαρούν πολύ, καθώς έρχεται με δύο ιδιαιτέρως μεγάλα κομμάτια τυρί, οπότε η γεύση και η μυρωδιά του καταλήγουν να κυριαρχούν στη σαλάτα, σε σημείο που ίσως να έπρεπε να χαρακτηριστεί το πιάτο ως κατσικίσιο τυρί με πράσινη σαλάτα (υπερβάλλω, αλλά προσπαθώ να κάνω ένα πόιντ).

Το εξαιρετικά μελανό σημείο στην κατά τα λοιπά φρεσκότατη σαλάτα ήταν τα τσιπς χοιρινού. Κάτι μικροσκοπικά, θεόσκληρα και με απαίσια γεύση κομματάκια, τα οποία ήταν σαν να είχαν βαλθεί να καταστρέψουν και να δυσφημίσουν το πιάτο. Γιατί; Μα γιατί; Δεν ξέρω αν έτσι πρέπει να είναι τα τσιπς χοιρινού (δηλαδή απαίσια) και είμαι εγώ απλά άσχετη, αλλά όπως και να ‘χει, αν ξανακούσω ποτέ για τσιπς χοιρινού θα τρέξω προς την αντίθετη κατεύθυνση, αλήθεια.

Συνεχίσαμε με κολοκυθάκια τηγανιτά σε στικς, που συνοδεύονταν από σος γιαουρτιού με αρωματικά. Ήρθαν κι αυτά μέσα σε μια πιατελάρα και ήταν ανάλατα (αυτό βέβαια διορθώνεται εύκολα) κι απέπνεαν αρκετή τηγανίλα. Όχι το πιο πετυχημένο πιάτο, αν και η συνοδευτική σος ήταν καλή. Πήραμε επίσης φάβα με κρεμμυδάκι. Να ξαναπώ για την ποσότητα, διακινδυνεύοντας να γίνω κουραστική; Ας το ξαναεπισημάνω, η μερίδα είναι πλούσια, πολύ πλούσια. Η φάβα καλή, σε σωστή για τα γούστα μου πυκνότητα, νόστιμη.

Στη συνέχεια ακολούθησε ένα σχετικά μεγάλο κενό μέχρι να έρθουν οι επόμενοι μεζέδες κι εμείς ήδη νιώθαμε χορτασμένες. Έτσι, μόλις κατέφθασε ο μέγας μεζές με σουτζούκι, ένα πιάτο μπόμπα, αμέσως καταλάβαμε ότι δεν υπήρχε περίπτωση ούτε ν’ ακουμπήσουμε έστω το λαχματζούν, που επρόκειτο να ακολουθήσει. Έτσι σπεύσαμε να το ακυρώσουμε, με επιτυχία.

Όσον αφορά τον μεγάλο μεζέ με το σουτζούκι ήταν για μένα το καλύτερο πιάτο, πάν-βαρυ βέβαια, αλλά κολασμένο. Πρόκειται για μια γαβάθα με πατάτες τηγανιτές, λεπτοκομμένες και νοστιμότατες, με σάλτσα ντομάτας, λιωμένο τυρί και από πάνω τρία- τέσσερα, λεπτά, αλλά μεγάλα κομμάτια σουτζούκι. Υπέροχος μεζές για τσίπουρο, κρίμα που εγώ την έβγαζα με λευκό κρασί. Δεν καταφέραμε να τον τελειώσουμε, η φίλη μου για την ακρίβεια ζήτημα να έφαγε μια μπουκιά, γιατί είχε σκάσει (εμ, γι’ αυτό εγώ δεν πλακώνομαι και στα ψωμιά κι αφήνω χώρο).

Για όλα τα παραπάνω, μαζί με το ψωμί με τις ελίτσες που έρχεται στην αρχή και χρεώνεται, 250 ml λευκό κρασί χύμα (όχι πολύ ωραίο) και μία έψα πορτοκαλάδα (το νερό έρχεται σε κανάτα), μας πήγε γύρω στα 34 ευρώ.

Αν αναλογιστεί κανείς τις μερίδες, καταλαβαίνει ότι το VfM είναι άκρως ικανοποιητικό, καθώς άνετα με τις ποσότητες αυτές χόρταιναν τρεις άνθρωποι, μη σας πω και τέσσερις. Πάντως, προσωπικά, το βρίσκω δύσκολο να ξαναπηγαίνω, παρόλο που είμαι της περιοχής, εκτός ίσως από ένα καλοκαιρινό βραδάκι, για ένα τσιπουράκι και κανά δυό μεζέδες στην όμορφη αυλή, κάτω απ’ το φεγγάρι (καλοκαιράκι, είπαμε, αργείς;)