Πρόσθεσε τον στους Έμπιστούς σου!
Ψαροταβέρνες - Πειραϊκή - Χατζηκυριάκειο, Αθήνα
Ιούλ
16
2015
+/-
Γεύση
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4
4
Εξυπηρέτηση
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 0
3
Χώρος
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 0 Tomato 50 20130405 0
2
Value for money
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 0
3
€/Άτομο
17-25

Μέσα στην κάψα μιας καλοκαιρινής Κυριακής, που την θερμοκρασία ανέβαζε ακόμα περισσότερο η συζήτηση για την πολιτική κατάσταση της χώρας μας, ένα παρεάκι 3 ατόμων απολαμβάνει τον καφέ του στο Πασαλιμάνι προσπαθώντας να ξεφύγει από την καθημερινότητα και την μαυρίλα των ημερών. Καλός ο καφές, δε λέω... όμως δύσκολα σε κρατάει για ώρα σε ένα μέρος.

Σύντομα το ποτήρι του καφέ άδειασε και προσπαθήσαμε να βρούμε αλλού απάγκιο για να φιλοξενήσει την ομολογουμένως άκρως επιτυχημένη σύνθεση και διάθεση που είχε δημιουργηθεί. Η ώρα κόντευε 1 (το μεσημέρι) και ρίχνω πρόταση για ουζοκατάσταση! Δεν έχω καλύτερο από μεσημεριανό ουζάκι την Κυριακή. Και να ζαλιστείς και λίγο, έχεις όλο το απόγευμα και βράδυ για να έρθεις στα ίσια σου και να πας την επομένη κύριος στο γραφείο. Όμως από Πειραιά έχω μεσάνυχτα και δεν έχω ιδέα για το που θα μπορούσαμε να πάμε.
Όμως ο κορίτσαρος της παρέας που ως κάτοικος της περιοχής είναι πιο ψαγμένη, μας λέει το όνομα «Μαργαρώ» και το παίρνει πάνω της.

Ομολογουμένως χάρηκα πολύ γιατί το είχα απωθημένο εδώ και καιρό να το επισκεφτώ. Μετά από ανηφοροκατηφόρες στα στενά του Πειραιά, ανάμεσα από παλαιά νεοκλασικά που μαρτυρούσαν περασμένα μεγαλεία, με όλο το βάρος της εγκατάλειψης να κρέμεται από τα μισοδιαλυμένα μπαλκόνια τους και τα σπασμένα ακροκέραμα αλλά κι από σχεδόν άκομψες και αποτυχημένες από άποψης αισθητικής νέες πολυκατοικίες, βρισκόμαστε μπροστά από την Μαργαρώ.

Πρώτα σου κάνει εντύπωση η μαζεμένη ιπποδύναμη που έχει παρκάρει στον μπροστά χώρο τους. Μιλάμε για μεγάλη χλιδή! Εμείς που ήρθαμε με τα ποδαράκια μας, απλά περάσαμε ανάμεσά τους και βρήκαμε προσεκτικά το τραπεζάκι μας, ώστε να αποφύγουμε τον ήλιο σε περίπτωση που αυτός «γυρίσει».

Με το που κάτσαμε, πήγα να πλύνω τα χέρια μου οπότε και έπιασα την παραγγελία στα τελειώματά της. Αν κατάλαβα καλά, σε ρωτάνε αν τρως και τα μπαρμπουνάκια και τις γαρίδες κι απλά σου φέρνουν αναλόγως με τα άτομα και την ποσότητα από αυτά. Συνοδεία από χωριάτικη σαλάτα. Το ουζάκι ήρθε με παγωμένο νερό σε κανάτα και άφθονα παγάκια, που ανανεώνοντας σε συνεχόμενο ρυθμό.

Το service γρήγορο και επαγγελματικό. Παρόλο που είχε αρκετό κόσμο, όλα ήρθαν σε σωστούς χρόνους. Όμως δεν μπορώ να πω ότι το ύφος της εξυπηρέτησης με ενθουσίασε αλλά ούτε κι ότι με απογοήτευσε. Διεκπεραιωτικό και χωρίς πολλά πολλά, αν και φεύγοντας ακούσαμε από 2-3 στόματα «ευχαριστούμε! ». Σε ένα μέρος σαν κι αυτό, πιστεύω ότι θα πήγαινε μία πιο άμεση και φιλική εξυπηρέτηση. Εκτός κι αν σε αυτό έπαιξε ρόλο το ότι ήμασταν νέοι πελάτες τους ενώ γύρω μας υπήρχαν άλλοι που μέτραγαν περισσότερες και συχνότερες συμμετοχές…

Ο κόσμος, αν κρίνω κι από τα jeepάκια και Porsche που είδα, είναι κυρίως άτομα που δεν έχουν πρόβλημα να τα «ακουμπήσουν» για να γευτούνε καλά θαλασσινά. Ανάμεσά τους θα δεις και ευκατάστατα ζευγαράκια άνω των 75-80 που στολισμένα (από μαλλί μέχρι ασορτί σκουλαρίκι-κολιέ) έχουν έρθει για να απολαύσουν την Κυριακάτική τους έξοδο. Είναι κάτι σαν μία συνήθεια γι αυτούς και για να είμαι ειλικρινής, πολύ τους χαίρομαι. Αν σκεφτείς ότι ο χώρος είναι από απλός έως αδιάφορος, σου μπαίνει η ιδέα ότι για να τον τιμάνε, κάτι θα πρέπει να κάνει καλά…

Και μια και είπα για τον χώρο. Αρκετά «στεγνός». Θα μου άρεσε να βάλουν λίγο πράσινο για να τον γλυκάνουν. Αν ήταν βραδάκι ίσως να μου φαίνονταν πιο φιλόξενος, όμως μέσα στον σχεδόν εκτυφλωτικό ήλιο του Ιούλη, που σε ζάλιζε ακόμα και στη σκιά, μάλλον θα ήθελα κάτι παραπάνω. Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, ήταν ατάκτως αραδιασμένα τραπεζάκια κάτω από ένα υπόστεγο, πάνω στον δρόμο που οδηγεί στην όμορη Σχολή Δοκίμων. Αυτοκίνητα δεν πέρασαν παρά μόνο όσα πάρκαραν για να έρθουν για φαγητό. Αυτό προσέδιδε μια σχετική ηρεμία και ησυχία.

Προσπαθώ να θυμηθώ αν είχε μουσική αλλά δεν μου έρχεται στο νου. Ίσως και λόγω του ότι σαν παρεάκι που είχε κολλήσει τόσο μεταξύ του, να μη δώσαμε και περισσότερη σημασία αφού είχαμε τις δικές μας κουβέντες και είχαμε απομονωθεί από το περιβάλλον. Κάτι του στυλ «δεν πάει να καίγεται ο κόσμος, εμείς θα περάσουμε όμορφα, θα γελάσουμε και θα το φχαριστηθούμε με την ψυχή μας! ».

Κι έρχομαι τώρα στα περί φαγητού, με ανεβασμένες τις προσδοκίες όσο πιο ψηλά πήγαινε γιατί μέχρι στιγμής τίποτε άλλο δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει το ότι αυτό το μικρό μαγαζάκι, σε έναν ουδέτερο χώρο χωρίς θέα, είχε τόσο και τέτοιο κόσμο.

Η χωριάτικη σαλάτα ήρθε μαζί με υπεραρκετό ψωμί. Το ψωμί απλώς ανεκτό, από τον φούρνο της γειτονιάς. Η ντομάτα της σαλάτας λίγο χοντροκομμένη αλλά πραγματικά από τις πιο νόστιμες και καλογινομένες που έχω δοκιμάσει ποτέ. Η φέτα επίσης συμπαθέστατη. Στο λάδι δεν παρατήρησα τσιγκουνιές… Απορώ με κάποιους που τέτοια εποχή παίρνουν σαλάτα λάχανο κτλ. Το ελληνικό καλοκαίρι είναι ήλιος, θάλασσα, καρπούζι και χωριάτικη σαλάτα. Αυτά έχω σαν αναμνήσεις από τα παιδικά μου χρόνια. Αυτά λατρεύουν οι ξένοι στην Ελλάδα και στοιχειώνουν αργότερα τις ονειρώξεις τους, όταν βρίσκονται κατά το καταχείμωνο κάτω από τα παπλώματα του ΙΚΕΑ… Η σαλάτα λοιπόν, αν και χωρίς εκπλήξεις, χαρακτηρίστηκε ως επιτυχημένη. Τιμήθηκε δε με αρκετές «βούτες» κι από τους τρεις μας.

Μετά ήρθαν οι γαρίδες. Μεγάλες σε μέγεθος, τηγανιτές και πασπαλισμένες με μπόλικο χοντρό αλάτι. Τις βρήκα εξαιρετικές. Ζουμερές και αριστοτεχνικά ψημένες. Το χοντρό αλάτι- μικρά πυροτεχνήματα που έσκαγαν στον ουρανίσκο μας- τις έκαναν ακόμα πιο νόστιμες. Αν υπολόγισα καλά, πρέπει να αντιστοιχούσαν γύρω στις 4 ανά άτομο.

Λίγο αργότερα, και προτού φτάσουμε ούτε καν στα μισά των γαρίδων, ήρθαν και τα μπαρμπουνάκια. Κάπου είχα διαβάσει ότι είναι από τα ψάρια που αν δεν είναι φρέσκα, το καταλαβαίνεις αμέσως γιατί μυρίζουν. Κι ότι αυτό έχει να κάνει στο ότι βρίσκονται στον βυθό και τρέφονται σε αμμώδεις και ιλυώδεις περιοχές. Επειδή λοιπόν το μπαρμπουνάκι ψάχνει μικρά μαλάκια μέσα στον βούρκο, αν αυτός μείνει για πέραν της μίας ημέρας στο στομάχι του, αρχίζει να μυρίζει. Δεν ξέρω αν ισχύει κάτι τέτοιο, πάντως αυτά που μας προσφέρθηκαν ήταν πραγματικά νοστιμότατα και σου έδιναν την εντύπωση ότι ήταν φρεσκότατα. Δεν θα πω ότι το «τηγάνι» είναι ελαφρύ, αλλά δεν νομίζω ότι κάποιος δεν θα παραδεχτεί ότι ένα καλοτηγανισμένο ψάρι μπορεί να περάσει σε άλλο επίπεδα γεύσης. Πάντως ούτε λιπαρά μας ήρθαν, ούτε λαδιές στο πιάτο μας είδαμε. Αντίστοιχα κι αυτά πρέπει να ήταν περίπου 4 ανά άτομο.

Χωρίς να υπερβάλω, λίγο αργότερα είχαν μείνει μόνο τα κεφάλια και οι ουρές από τις γαρίδες (ούτε καν το εξωτερικό τους περίβλημα) και η ραχοκοκκαλιά από τα μπαρμπούνια. Είναι αυτό που λένε «δεν έμεινε λέπι! ».

Γι αυτά κληθήκαμε να πληρώσουμε κάτι παραπάνω από 50 ευρώ. Ο λογαριασμός είχε έρθει –ως όφειλαν- από ώρα στο τραπέζι μας κι όταν μάζεψαν τα πιάτα, μας πρόσφεραν από ένα υγρό, αρωματικό μαντιλάκι κι από ένα κομμάτι πορτοκαλόπιτα. Δεν θα το χαρακτηρίσω και γενναιόδωρο το κομμάτι του γλυκού, αλλά το τιμήσαμε όλοι μας και με ιδιαίτερη ευχαρίστηση γιατί μετά από τόσο τηγανητό, το τράβαγε το γλυκό ο οργανισμός μας. Αν είχε κι από μια μικρή κουταλιά παγωτού σαν συνοδεία, θα κέρδιζε πόντους…

Δεν δώσαμε και λίγα, αν σε καμιά περίπτωση δεν ήταν κι από τις φορές που λες ότι κλάψαμε τα χρήματά μας. Σε αυτό ίσως να συνετέλεσε και το ότι η παρέα έδεσε και διασκεδάσαμε απίστευτα. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να έχω θετικές και μόνο αναμνήσεις από εκείνο το Κυριακάτικο μεσημεράκι του Ιούλη.

Και κλείνουμε με το κλασικό ερώτημα:
«Δεν μου λες κυρ Ιωγιάννη, θα ξαναπήγαινες?».
Με μεγάλη μου χαρά, απάντησε ο συντάκτης του κειμένου της παρούσας κριτικής, κι ένιωσε να πλημμυρίζεται από μία γαργαλιστική αίσθηση σιελόρροιας.