Πρόσθεσε τον στους Έμπιστούς σου!
Οινομαγειρεία - Π.Άρεως, Αθήνα
Σεπ
25
2015
+/-
Γεύση
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4
4
Εξυπηρέτηση
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4
4
Χώρος
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 0
3
Value for money
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4
4
€/Άτομο
1-9

Το ομολογώ! Κάθε φορά που διαβάζω κάποια κριτική εστιατορίου που μ ενδιαφέρει ή ακόμα και κάποιο άρθρο σε ένα περιοδικό/εφημερίδα, θα την εκτυπώσω και θα την βάλω στο αρχείο μου. Είμαι της παλιάς σχολής, τι να κάνουμε! Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να έχω ένα απίστευτου μεγέθους αρχείο από εστιατόρια που θα ήθελα να επισκεφτώ!

Ένα από αυτά τα άρθρα ήταν της κας Ελένης Ψυχούλη (την οποία εμπιστεύομαι και η οποία σε παλαιότερο ταξίδι μου στη Θεσσαλονίκη με είχε κατευθύνει σε ένα μεζεδοπωλείο κοντά στην Καμάρα κι ένα Ινδικό, που πραγματικά λάτρεψα! ). Πριν από κάποιους μήνες είχε γράψει για κάποιο μαγεριό κοντά στην Πλατεία Βικτωρίας και πραγματικά είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον μου!

Πριν από μερικές ημέρες, γυρίζοντας από το γραφείο προς το σπίτι, συνειδητοποίησα ότι ούτε στα ντουλάπια μου, ούτε στο ψυγείο μου υπάρχει κάτι που θα μπορούσε να φαγωθεί. Με την πείνα μου να έχει βαρέσει κόκκινο και στα πρόθυρα του πανικού, θυμήθηκα το άρθρο για αυτό το μαγεριό. Δοκίμασα να το βρω και στο Ask4food αλλά δεν υπήρχε διαθέσιμη κάποια πληροφορία. Αυτό μου έκανε εντύπωση αλλά είναι αντιπροσωπευτικό του χαμηλού προφίλ που έχουν υιοθετήσει.

Η αρχική μου σκέψη ήταν να πάρω κάτι για το σπίτι παρά να κάτσω να το φάω εκεί. Το σχέδιο ήταν απλό στην εκτέλεση: Ψάχνω την Αρχόντισσα και τη βρίσκω στα στενά του κέντρου, μπαίνω, διαλέγω τι τραβάει η όρεξή μου και αποχωρώ με το ταπεράκι στα χέρια. Γενικά αν κάτι δεν μου αρέσει, είναι να κάθομαι κάπου και να τρώω μόνος μου. Δεν πάει μπουκιά κάτω!

Το πρώτο σκέλος του σχεδίου μου κύλησε αρκετά εύκολα κι έτσι το εντόπισα πάνω στην Κοδριγκτώνος από τον πίνακα που έχουν βγάλει στο πεζοδρόμιο αλλά κυρίως από τις μυρωδιές που αιχμαλώτισαν την μύτη μου πλησιάζοντας. Μπήκα αποφασισμένος μέσα και στάθηκα μπροστά από την βιτρίνα με τα μαγειρευτά τους. Η ώρα ήταν σχεδόν 6 το απόγευμα κι απ’ ότι κατάλαβα ήδη είχαν τελειώσει παραπάνω από τα μισά πιάτα που είχαν ετοιμάσει ενώ από τα υπόλοιπα είχαν μείνει από 2-3 μερίδες το πολύ. Αν σκεφτείς ότι καθημερινά – σύμφωνα με τον καλά οργανωμένο κατάλογό τους- ετοιμάζουν γύρω στα 15 διαφορετικά φαγητά, αυτό σημαίνει ότι ήδη έχουν αναγνωρίσει την αξία τους και χαίρουν την εκτίμηση του κόσμου.

Την ώρα λοιπόν που έφτασα, κλήθηκα να διαλέξω από την πεντακάθαρη και με το παραμικρό ίχνος ακαταστασίας βιτρίνα τους, το φαγητό που θα καλύψει και την πείνα μου αλλά και την περιέργειά μου για τα τόσο θετικά σχόλια. Ο Γιάννης που ήταν πίσω από το ταμείο ανέλαβε να μου κάνει μία «ξενάγηση» στα πιάτα που είχαν απομείνει. Ευγενικός, κατατοπιστικός και χαμογελαστός, μου ανέφερε τις εναπομείναντες επιλογές μου. Όπως φαίνεται κι από άλλες κριτικές μου, είμαι μεγάλος φαν του συκωτιού. Εκείνη την ημέρα υπήρχε συκώτι τηγανητό κι έτσι το παρήγγειλα. Προτίμησα να το συνδυάσω με πουρέ πατάτας (θα μπορούσα επίσης με ρύζι, μακαρόνια ή τηγανητές πατάτες) αφού όπως μου είπε, είναι σπιτικός.

Η επόμενη ερώτησή του ήταν αν θα το πάρω μαζί μου ή θα μου το σερβίρουν εκεί. Εκπλήσσοντας ακόμα και τον εαυτό μου, με άκουσα να λέω αβίαστα ότι θα κάτσω εκεί (το σχέδιο τινάχτηκε στον αέρα! ). Σκεφτόμενος τώρα το συμβάν, η εξήγηση είναι ότι ένοιωσα άνετα και φιλόξενα στον χώρο τους.

Και μιλώντας για τον χώρο τους… Είναι απλός, με ραμποτέ ξύλινους τοίχους, ένα μεγάλο καθρέφτη στα αριστερά τους και πρόσοψη-βιτρίνα στην Κοδριγκτώνος. Μερικές πινελιές διακόσμησης κάποια από τα φυτά που έχουν μπει στον χώρο. Το πάτωμα «γλειμμένο» και γυαλιστερό από την καθαριότητα. Πίσω από την βιτρίνα με τα φαγητά και προς το βάθος της κουζίνας, μία μαγείρισσα με το πλαστικό-διάφανο καπελάκι που σημαίνει ότι τηρούν τις συνθήκες υγιεινής, οπότε προσέχουν και σέβονται τον πελάτη. Τα τραπέζια στρωμένα με χάρτινο τραπεζομάντιλο και εξοπλισμένα με λαδόξιδο. Γύρω μου μεμονωμένα άτομα –σαν κι εμένα- αλλά και μερικές πιο μεγάλες παρέες.

Πρώτα ήρθε στο τραπέζι μου το ψωμάκι (που ήταν φρέσκο και αξιοπρεπέστατο) και νερό σε κανάτα. Θα μου φαινότανε εντελώς παράταιρο να μου φέρουν εμφιαλωμένο νερό. Το ποτήρι και το μαχαιροπίρουνο, άστραφταν. Δεν χρειάστηκε να περιμένω πολύ, και σε λίγο μια χορταστικότατη μερίδα προσγειώθηκε μπροστά μου.

Το συκώτι ήταν πολύ διαφορετικό απ’ ότι έχω συνηθίσει να μου το σερβίρουν. Ήταν κομμένο σε πολύ μεγάλους κύβους και ήταν κάτι μεταξύ μαγειρευτού και τηγανητού, με την προσθήκη από λωρίδες κρεμμυδιού και ντομάτας. Πριν το τηγανίσουν πρέπει να το είχαν περάσει με αλέυρι. Το πάχος του –και προφανώς και η μαεστρία τους- το είχε βοηθήσει να κρατήσει τη ζουμερή σύστασή του κι όλη τη νοστιμιά του. Συνδυάστηκε άψογα με τον συμπαγή (και το λέω με την άκρως θετική έννοια αυτό) και καλοδουλεμένο ΣΠΙΤΚΟΤΑΤΟ πουρέ πατάτας. Χωρίς ίχνος ντροπής θα ομολογήσω ότι γυάλισα το πιάτο! Όταν λίγο αργότερα ρωτήθηκα αν έμεινα ικανοποιημένος από το πιάτο μου και μετά τα εκθειαστικά σχόλιά μου, είδα στο πρόσωπο του Γιάννη να σχηματίζεται μία γλυκιά συστολή που πραγματικά λατρεύω να βλέπω. Είναι το ύφος που παίρνει κάποιος όταν δέχεται θετικά σχόλια αλλά τα αντιμετωπίζει με μια μετρημένη αλλά απολύτως δικαιολογημένη περηφάνια για τα αποτελέσματα των κόπων και προσπαθειών του.

Για αυτήν την επίσκεψή μου κλήθηκα να καταβάλω 6 ευρώ. Στον κατάλογό τους έχουν πιάτα, όπως όσπρια, που ξεκινάνε από την τιμή των 3,5 €. Νομίζω ότι συμφέρει ακόμα περισσότερο κι από το μαγείρευες κάποιο από αυτά τα φαγητά ο ίδιος στο σπίτι. Καλά… δεν θα σχολιάσω τις περιπτώσεις του να μη πετύχει σε κάποιον το φαγητό που έχει ετοιμάσει (παράπλευρες απώλειες! ).

Για να καταλήξω, η Αρχόντισσα ίσως να μην είναι το εστιατόριο-μαγειριό που στηρίζεται σε επισκέψεις πελατών από πολύ απομακρυσμένες περιοχές (αν και προσωπικά θεωρώ ότι αξίζει να το επισκεφτεί κάποιος που αγαπάει το απλό, καλό, παραδοσιακό ελληνικό φαγητό), αλλά κυρίως απευθύνεται σε πελάτες που διαμένουν στην ίδια ή τις τριγύρω περιοχές.

Είναι όμως μία προσπάθεια έντιμη και αξιοπρεπέστατη που αξίζει προσοχής και υποστήριξης. Αυτό γιατί δείχνει να αντιστέκεται στα σημεία των καιρών, έχοντας στυλώσει τα πόδια του πεισματάρικα στο έδαφος σαν τον 5χρονο που θέλει να γίνει το δικό του. Και πολύ καλά κάνει, γιατί έχουμε ανάγκη από τέτοιες προσπάθειες και προτάσεις. Μόνο και μόνο που επέλεξε να παραμείνει στην περιοχή της Βικτώριας που τα τελευταία χρόνια ψυχορραγεί και να δίνει εκεί την –καθημερινή- μάχη του, εμένα μ έχει κερδίσει. Όταν δε το αποτέλεσμα αυτού που προσφέρει είναι τέτοιο, δεν μπορώ παρά να το επισκέπτομαι και προτιμώ.
Και κάτι ακόμα, σπόντα σε μεγαλοεστιατόρια των Αθηνών (και μη). Η απόδειξη μου ήρθε από μόνη της και χωρίς παρακάλια…