Πρόσθεσε τον στους Έμπιστούς σου!
Fun Restaurants - Αμπελόκηποι, Αθήνα
Σεπ
28
2015
+/-
Γεύση
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4
4
Εξυπηρέτηση
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4
4
Χώρος
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4
4
Value for money
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 0
3
€/Άτομο
26-36

Καβάλησε την κατακόκκινη Chevy Bel Air του ’57 με το αστραφτερό νίκελ στα φτερά και ξεχύθηκε στη Λ. Κηφισίας. Ο εντυπωσιακός V8 κινητήρας βρυχήθηκε, καθώς στο κασετόφωνο ακουγόταν οι πρώτες νότες από το ‘’Suspicious Minds’’ του αγαπημένου του Elvis. Μειδίασε καθώς στο μυαλό του ήρθε η αμφισβήτηση που είχε δεχθεί την προηγούμενη βδομάδα από τους κολλητούς του. Ένα 2λεπτο έφτανε να αποδείξει ότι ήταν ο καλύτερος. Στα λιμανάκια της Βουλιαγμένης στην ‘’dead man’s curve’’ η Plymouth Fury του κολλητού του, έφαγε τη σκόνη του.

Στο ύψος του Γηροκομείου την είδε από μακριά να τον περιμένει. Ντυμένη με το γαλάζιο πουά φόρεμα, την κορδέλα στα μαλλιά και το τσαντάκι στο δεξί της χέρι.
Μπήκε στο αμάξι, τον φίλησε τρυφερά και τον ρώτησε: ‘’Που θα με πας σήμερα;’’
‘’Κάπου που σου ταιριάζει’’ απάντησε με σιγουριά.

Προσπέρασε την Αλεξάνδρας - ήξερε άλλωστε καλύτερο δρόμο να πάει – έστριψε στην πλατεία Μαβίλη, μείωσε ταχύτητα και κόρναρε στον κύριο Νίκο στο ‘’Λώρας’’. Αγέρωχη φιγούρα εδώ και χρόνια χαιρετηθήκαν και συνέχισε. Πάρκαρε εύκολα στην Τσόχα δίπλα στο Balthazar.
-‘’Ώστε εδώ θα με πας;’’
- ‘’Το Balthazar γλυκιά μου το ανοίξαμε, άσε κανέναν άλλο να συνεχίσει. Θα σε πάω κάπου καλύτερα’’.
Στο 48 της Αρματολών και Κλεφτών, στεκόταν και τους περίμενε.
‘’Είσαι σίγουρος sweetie ότι πάμε στο σωστό μέρος;’’
Ξεγελάστηκε σκέφτηκε. Η αρχιτεκτονική του κτιρίου ανατρεπτική πολύ ενδιαφέρουσα, αν και από έξω δύσκολα καταλάβαινες από που έπρεπε να μπεις. Το πρώτο πράγμα που έβλεπες όταν έμπαινες ήταν ένα κομμάτι από την γκαλερί και μετά ο μεγάλος χώρος του εστιατορίου. Ήσυχος, ανοιχτός αλλά και κλειστός χωρίς να έχει πόρτα ενδιάμεσα. Ιδανικός για φαγητό για δύο άτομα, με ωραία μουσική και χαμηλό φωτισμό ακτινωτά φωτιστικά και λαμπιόνια εξωτερικού χώρου. Γκαλερί ουσιαστικά αλλά στο εσωτερικό έκρυβε έναν αστικό μεν, φανταστικό δε, κήπο. Στο βάθος επιβλητική η νικελωμένη τροχήλατη καντίνα. Η συγκίνηση της έφτασε στο ζενίθ. Θυμήθηκε την μέρα που τον γνώρισε, ένα ξέφρενο σούρουπο που κατέληξε σε ένα strange dawn…

Προσπέρασαν την μεγάλη τετράγωνη μπάρα με τα πράσινα ντιζαινάτα stands και βολευτήκαν στην αυλή σε ένα από τα ξύλινα επίπεδα του χώρου, σε ένα απλό τραπέζι, δίπλα σε αυτά του πικ-νικ, κοντά στα αναρριχώμενα φυτά, τα δέντρα, τον κήπο και τα μποστάνια με τα λαχανικά και τα μυρωδικά.

Ακόμη και τα πιάτα και (κυρίως! ) τα ποτήρια ήταν πολύ ιδιαίτερα. Το σκηνικό σχεδιασμένο όμορφα από γνωστή εταιρία αρχιτεκτόνων, ήταν το κατάλληλο για ένα δείπνο ‘’old time classic’’.

‘’Θα πιούμε κάτι;’’ Με ένα νεύμα του, κατέφθασε η χαμογελαστή σερβιτόρα. Παρήγγειλε την αγαπημένη της ‘’Βίβλια Χώρα’’ ένα Ασύρτικο, Sauvignon Blanc από τα ορεινά του Παγγαίου.

Η εξυπηρέτηση πολύ ευγενική, στην ώρα τους όλα, χωρίς ανούσια παρέμβαση. Έτσι κι αλλιώς η κάρτα του μενού ήταν μικρή και δεν χρειαζόταν πολύ βοήθεια.
Την άφησε να παραγγείλει.

‘’Θα πάρω το ριζότο. Βλέπω ότι συνδυάζεται με καπνιστό σολωμό, σπαράγγια και τυρί mascarpone. Μ’ αρέσουν όλα τα υλικά. ’’
Συμφώνησε. Το ριζότο σωστά χυλωμένο, εκτός από πολύ ωραία εμφάνιση, πολύ καλή θερμοκρασία είχε και ιδιαίτερη γεύση, φαινομενικά ήταν minimal, αλλά η γεύση του ήταν πολύ σύνθετη.

‘’Εσύ τι θα πάρεις;’’ Δεν χρειάστηκε να σκεφτεί. Το Moroccan burger με ψιλοκομμένο αγγούρι, τομάτα, κρεμμύδι, harissa και γιαούρτι για να ισορροπήσει την κάψα, κάλυπτε τις απαιτήσεις του.

‘’Γιατί το λένε Moroccan αφού από τι ξέρω η harissa είναι καυτερή σάλτσα που συνήθως φτιάχνεται στην Τυνησία και όχι στο Μαρόκο’’.
‘’Είναι διαδεδομένη σε όλες τις Βορειοαφρικάνικες χώρες’’ της απάντησε, προσπαθώντας να καλύψει το ψήγμα του μενού.
Αν στην Αμερική λένε ότι ένα burger είναι burger μόνο όταν σε ρωτάνε πως το θέλεις ψημένο, αυτό ήταν το μόνο μέρος στην Αθήνα που τον ρώτησαν.

‘’Medium rare ζουμερό και τρυφερό’’. Χωρίς υπερβολή, ήταν το καλύτερο burger που είχε φάει, μαζί με ένα άλλο κάπου στην άλλη άκρη του Ωκεανού. Δίπλα του άτακτα αραδιασμένες οι κυδωνάτες πατάτες, νόστιμες, αλλά όχι πολύ ιδιαίτερες.
Πίνοντας λίγο από το κρασί του, χάλασε την εμφαντική σαλάτα με ψητές γαρίδες vinaigrette φράουλας, βαλεριάνα, εσκαρόλ, κάσιους και κολοκυθοανθούς γεμιστούς με ξινομυζήθρα και της έβαλε στο πιάτο.

Ήταν βέβαιος ότι δοκιμάζοντας τη, πρωτότυπη και νόστιμη όπως ήταν, ένα επιφώνημα θαυμασμού θα ακουγόταν. Ο συνδυασμός της ζεστής ξινομυζήθρας με το κρύο εσκαρόλ και την vinaigrette φράουλας της γαργάλισαν ευχάριστα τον ουρανίσκο.

Το cheviche λαβράκι καθόταν σε μια γωνία παραπονεμένο. Διστακτικά δοκίμασε και προσπάθησε να αναγνωρίσει τα υλικά. Η γεύση εκπληκτική, λίγο όξινη λόγω του lime. Έλιωνε στο στόμα, δροσερό, βγάζοντας όλα τα αρώματα με μιας.
‘’Μη μου πεις. Έχει σίγουρα εκτός τα τοματίνια, μάγκο και αβοκάντο. Έχασα κάτι;’’
‘’Κόλιανδρο συμπλήρωσε αφού είχε προλάβει να ξεκλέψει τα συστατικά του πιάτου’’.

Η συζήτηση κυλούσε ήρεμα, το feeling γεμάτο τρυφερότητα.
‘’Ο χώρος εξαιρετικός sweetie κυρίως για δύο άτομα, ευγενική εξυπηρέτηση (δεν θα μπορούσε να είναι πιο ευγενική) και σίγουρα value for money, καθώς δεν είναι ούτε το πιο ακριβό ούτε το πιο φθηνό, αλλά μπορείς να φας φαγητό που έχει συζητηθεί πριν ετοιμαστεί και πολύ προσεγμένο’’.
‘’ Ιδανικό για μας’’ απάντησε, ‘’…και όχι μόνο αυτό’’.
Δεν ήξερε φυσικά τι της είχε ετοιμάσει….

Η ευγενική σερβιτόρα μάζεψε τα άδεια πιάτα και ρώτησε αν επιθυμούσαν επιδόρπιο ή cocktail.
Δίστασαν για λίγο.

Τα πιάτα ήταν χορταστικά, υπήρχε περιθώριο, αλλά ήταν στο σημείο που δεν έχεις φουσκώσει αλλά αν φας λίγο ακόμη θα φουσκώσεις. Ο πειρασμός όμως ήταν μεγάλος. Μια αφράτη μους με σοκολάτα Valrhona κατέφθασε. Το ένα επιφώνημα διαδεχόταν το άλλο.

‘’Ένα By the Garden με βάση την βότκα, λικέρ lychee, cranberry, και lime με πιο σπινθηροβόλα γεύση για τον κύριο και ένα Beach Comber’s Gold, πιο φρουτώδες, με φρούτο του πάθους, σιρόπι μέλι, lime και λίγο ρούμι για την κυρία’’.

Απολαμβάνοντας την δροσιά και τα αρώματα των cocktail, συνεπαρμένοι από την όμορφη βραδιά, θεώρησε ότι ήρθε η ώρα.
Την κοίταξε, έβγαλε από την τσέπη του το μικρό κουτάκι και το άνοιξε αργά και βασανιστικά. Το diamond ring έκανε δειλά - δειλά την εμφάνιση του.
‘’Θέλεις να με παντρευτείς;’’
Τον κοίταξε έκπληκτη, η καρδιά της χτυπούσε δυνατά, όλα τα συναισθήματα να χορεύαν μέσα της. Χαμογέλασε πλατιά γεμάτη ευχαρίστηση…..
To be continued.