Πρόσθεσε τον στους Έμπιστούς σου!
Ιταλία - Κολωνάκι - Λυκαβηττός, Αθήνα
Οκτ
10
2015
+/-
Γεύση
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 0
3
Εξυπηρέτηση
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 0
3
Χώρος
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 0
3
Value for money
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 0 Tomato 50 20130405 0
2
€/Άτομο
17-25

To CODICE BLU (CB), που σημαίνει ‘μπλε κωδικός’, λειτουργεί εδώ και 10 χρόνια στο Κολωνάκι, στη γωνία Λουκιανού και Χάρητος. Το επισκεφθήκαμε με μια φίλη στις 21/9. Θα πρέπει να ήταν η τρίτη φορά και ένας από τους λόγους της επιλογής μας ήταν το γεγονός ότι ενώ είχα αποκομίσει πολύ καλές εντυπώσεις μιας φίνας ιταλικής κουζίνας, παρατηρούσα τόσο μειωμένη ανταπόκριση όσο και χαμηλή αλλά και απόλυτα αντιφατική κριτική στο site μας! Πρόκειται για το μοναδικό ίσως εστιατόριο, όπου η γεύση, η εξυπηρέτηση, ο χώρος και το vfm έχουν βαθμολογηθεί ό λ α α υ τ ά είτε με 1, είτε με 2, με 3 ή με 4 στα 4!!

Λίγα εστιατόρια περιωπής αντέχουν στον χρόνο και καθίστανται κλασικά, όπως π. χ. το γειτονικό γαλλικό Abreuvoir, καμάρι της οικογένειας Κότση, που προσωπικά επισκέπτομαι κατά καιρούς εδώ και 4 σχεδόν δεκαετίες, απ’ τα φοιτητικά μου χρόνια.

Φυσικά, για να μην ξεχνιόμαστε, κλασικά υπήρξαν ήδη απ’ τη δεκαετία του ’70, έστω κι αν έκλεισαν τα τελευταία χρόνια, τόσο το γειτονικό Bajazzo –1ο στη χώρα μας αστέρι Michelin στον αείμνηστο σεφ του Φάιερμπαχ- αρχικά στην Πλουτάρχου και κατόπιν στην οδό Αναπαύσεως στο Μετς, που μετεξελίχτηκε στο ΕΔΩΔΗ της Βεϊκου, όσο και το γειτονικό PRUNIER της οδού Υψηλάντου, όλα τους ανεξίτηλα βιώματα των νεανικών μου χρόνων!!

Ωστόσο, το CB παρουσιάζει σκαμπανεβάσματα γαστρονομικής ποιότητας, όπως διαπιστώθηκε στην τελευταία μου επίσκεψη και έτσι κάποιοι φίλοι χρήστες δικαιώνονται. Θα γίνω όμως σαφέστερος με την ευκαιρία της τελευταίας μου επίσκεψης.

Βράδυ μετεκλογικής Δευτέρας, μετά την ξαφνική φθινοπωρινή νεροποντή, φθάνουμε, χωρίς κράτηση, στις 8 μ. μ. και βρίσκουμε εύκολα τραπέζι στον εσωτερικό χώρο, απ’ τον ευγενικό αλλά και αρκετά αμήχανο σερβιτόρο –ένα ύφος που συναντάμε συχνά σε τέτοιους χώρους. Το μαγαζί μάς είναι οικείο, με τις λευκές αλλά και μπλε αποχρώσεις σε τοίχους, τραπέζια και καθίσματα (που πιθανά συνετέλεσαν στην ονομασία του) και εντυπωσιάζει με τα τεράστια, ανοιχτά παράθυρά του προς τη Λουκιανού, καθώς και με την κλασική του διακόσμηση που αψηφά οτιδήποτε μοντέρνο ή μινιμαλιστικό.

Ο σερβιτόρος μάς ενημερώνει για τα ψάρια ημέρας (σκυριανά μπαρμπούνια, ροφούς, κ. ά. ) που δεν μας ενδιαφέρουν και προχωράμε στην εξέταση του καταλόγου. Επί τη ευκαιρία, όταν αργότερα μαγειρεύουν ψάρια για άλλους θαμώνες, μας έρχεται μια απαράδεκτη μυρωδιά ψαρίλας, που οφείλεται στον σχετικά περιορισμένο χώρο και στο ότι η κουζίνα επικοινωνεί έμμεσα με την αίθουσα.

Η φίλη μου επιλέγει παπαρδέλες codice blu (με μπέικον, προσούτο, παρμεζάνα, ρόκα, ντοματίνια), ενώ εγώ, μια tortellini panna e funghi (με κρέμα και μανιτάρια). Μοιραζόμαστε μια πίτσα πέστο (με μοτσαρέλα, κουκουνάρι, μπέικον και ντοματίνια) και πίνουμε μια μπύρα Perroni. Έρχονται επίσης 2 απαράδεκτα ψωμάκια και εμφιαλωμένο νερό, μέσα σε δική τους κανάτα.

Τόσο η πίτσα, με τη λεπτή ζύμη της, όσο και τα τορτελίνι με την πλούσια κρέμα τους είναι νόστιμα πιάτα (~ 8 στα 10). Η φίλη μου, όμως, μετά από δύο μπουκιές, αφήνει τις παπαρδέλες της στο πιάτο, θεωρώντας τες απαράδεκτες. Δοκιμάζοντάς τες, συμφωνώ κι εγώ μαζί της. Πρόκειται για πιάτο όχι ανάλογο του στάτους του CB, με γεύση αδιάφορη έως άνοστη και με παρουσίαση όχι αντάξια του χώρου και του σεφ (τεράστιες παπαρδέλες, με τα υλικά του πιάτου κυριολεκτικά χυμένα σ’ αυτό φύρδην μίγδην! ). Ανάλογα παράπονα διάβασα στο site και για άλλα ζυμαρικά τους, όπως π. χ. τα λιγκουίνι.

Ο σερβιτόρος πηγαινοέρχεται σερβίροντας τα διπλανά τραπέζια, βλέπει το γεμάτο πιάτο της φίλης μου, χωρίς το παραμικρό σχόλιο! Όταν τελειώνουμε και του ζητάμε τον λογαριασμό (52 €, χωρίς κανένα ορεκτικό, σαλάτα ή επιδόρπιο), βλέπει πώς τον παρατηρούμε και αναγκάζεται να μας ρωτήσει. Κατόπιν των εξηγήσεών μας αποφασίζει τελικά να ρωτήσει τον σεφ και παρότι μας λέει τα γνωστά (για το πόσο δημοφιλές πιάτο είναι), τελικά μας το αφαιρούν από τον λογαριασμό.

Η τελευταία αυτή χειρονομία, τους δικαιώνει εν μέρει. Γι’ αυτό, απ’ τη συνολική εκτίμηση των πιάτων, βαθμολογώ ε π ι ε ι κ ώ ς τη γεύση με 3 (ουσιαστικά, δεν ξεπερνάει το 2.50 στα 4) και την εξυπηρέτηση επίσης. Ο χώρος, παρά τις όποιες επιμέρους ενστάσεις, μπορεί επίσης να βαθμολογηθεί με 3, ενώ το vfm, θεωρώ πως σήμερα δεν ξεπερνάει το 2! Ας λάβουν τις παρατηρήσεις αυτές υπόψη τους και όχι μόνο τα τυχόν κολακευτικά λόγια των θαμώνων-τουριστών, κάποιου βαλλαντίου, που αδυνατούν να συγκρίνουν και είναι φυσικό να επηρεάζονται από άλλα δεδομένα, περιβάλλοντος και γειτονιάς.

Για όσους φίλους και φίλες αποφασίσουν, μολαταύτα, να το επισκεφθούν, ολοκληρώνω με ορισμένα ακόμη πληροφοριακά στοιχεία:

Το μαγαζί έχει τραπέζια και έξω, στο πεζοδρόμιο της Λουκιανού και έτσι εξυπηρετεί συνολικά περί τα 60-80 άτομα, απ’ τα οποία τα περισσότερα στον εσωτερικό χώρο, που είναι αρκετά μεγαλύτερος.

Οι τιμές των εδεσμάτων διατηρούνται πάντα υψηλές: τα ρυζότα τους από 14-19 €, τα ζυμαρικά 11-19 €, τα κρέατα 12-27 €, οι σαλάτες 11-17 € και φυσικά, οι τιμές των ποτών είναι ανάλογες του χώρου.

Υπάρχουν 2 καθαρές τουαλέτες, ανδρών/γυναικών, που βρίσκονται σε ένα οφίς, καταμεσής του χώρου.

Σερβίρουν καθημερινά γεύμα και δείπνο, από τις 13.00-1.00 νυχτερινή.

Η επιλογή, μετά από όλα αυτά, εναπόκειται ασφαλώς σε σας!
Προτιμάτε, άραγε, μια κυριλέ βραδινή έξοδο σε μια κυριλέ περιοχή, πληρώνοντας ανάλογα για γεύσεις κάθε άλλο παρά μοναδικές, ή μήπως θα διαλέξετε άλλες πιο αξιόλογες γευστικές εμπειρίες με ψηλότερο vfm;;

Ευτυχώς, απ’ όλα έχει ο Αθηναϊκός μας μπαξές!!