Πρόσθεσε τον στους Έμπιστούς σου!
Τοπική ελλ. κουζίνα - Π.Φάληρο, Αθήνα
Νοε
12
2015
+/-
Γεύση
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 0 Tomato 50 20130405 0
2
Εξυπηρέτηση
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4
4
Χώρος
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 0
3
Value for money
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 0 Tomato 50 20130405 0
2
€/Άτομο
1-9

Δεν ήξερα μεγάλες λεπτομέρειες για τις Πίτες της Σοφίας. Μόνο την κριτική της ΡΡ-ΤΙΝΑ που πραγματικά εμπιστεύομαι και ότι κι εγώ είχα ακούσει και διαβάσει κάποια στιγμή στα media για την ύπαρξή τους. Αν και δεν πολυσυμπαθώ τέτοιοι είδους εξάρσεις από τον χώρο των media, μόνο αξιέπαινη μπόρεσα να χαρακτηρίσω την προσπάθεια των 3 Μετσοβιτών να χρησιμοποιήσουν πρώτες ύλες από Έλληνες, μικρούς παραγωγούς και να μυήσουν τον κόσμο σε αυτό που λένε «Ηπειρώτικη πίτα»! Γιατί όταν ακούς τις λέξεις «Ήπειρο» ή «Μέτσοβο» για πίτα, συνειρμικά σε πηγαίνει σε σκέψεις που προκαλούν από μόνες τους τρελή σιελόρροια.

Οι Ηπειρώτισσες είναι διάσημες για τις πίτες που φτιάχνουν και κυρίως για το φύλλο που ξέρουν να ανοίγουν, λεπτό σαν τσιγαρόχαρτο. Είναι μία τέχνη που έχει περάσει (και συνεχίζει να περνάει από γενιά σε γενιά). Έχω δοκιμάσει χορτόπιτα σπιτική που πραγματικά με έχει αφήσει άφωνο!!! Έβαζε κάτω δεκάδες πιάτα που έχω δοκιμάσει σε καταξιωμένα εστιατόρια. Θα είχε μέσα πάνω από 10 είδη χόρτων και ζαρζαβατικών.

Ενδεικτικά θυμάμαι τα μελισσόχορτο (έχει την όψη τρυφερής τσουκνίδας αλλά αν το πιέσεις στα δάχτυλά σου αναδύει μια γλυκιά μυρωδιά), λάπατα, μπατζά (μη με ρωτήσετε, δεν έχω ιδέα πως είναι…), κολοκυθοανθούς, παπαρούνα (το πράσινο φυσικά μέρος τους), άνηθο, φρέσκο κρεμμυδάκι, τσουκνίδες, καυκαλήθρες…. Μιλάμε για ένα έργο τέχνης! Δόξα το Θεώ, η Ελληνική φύση κρύβει θησαυρούς!

Φυσικά το σύνολο συμπλήρωνε το καλό (και πάντα άφθονο) ελαιόλαδο και φέτα αλμυρή που την είχαν βάλει από την προηγούμενη ημέρα στο νερό για να μαλακώσει και να μειωθεί η αλμυρότητά της. Μετά τη χρήση αυτού του τυριού σχεδόν δεν χρειάζονταν να βάλουν επιπρόσθετο αλάτι.. Επίσης έχω δοκιμάσει κολοκυθόπιτα γλυκιά και αλμυρή, γαλατόπιτα, σπανακόπιτα, πίτα της τεμπέλας, πίτα με καλαμποκάλευρο κ. α. Μη το ψάχνετε, έχω εντρυφήσει στο θέμα «Ηπειρώτικη πίτα» και θα μπορούσα να μιλάω για ώρες για αυτές. Έχοντας στο μυαλό μου όλα αυτά, θεωρούσα δεδομένο ότι πρέπει να δοκιμάσω αυτές τις πίτες.

Για τον χώρο και το service δεν θα πω κάτι άλλο, γιατί τα έχει εξηγήσει πραγματικά άψογα η ΡΡ-ΤΙΝΑ.
Κι έρχομαι τώρα στο θέμα «Πίτα» που είναι και το ουσιαστικό γι αυτή την κριτική.

Λυπάμαι αλλά η προσωπική μου εμπειρία δεν ήταν όσο θετική θα ήθελα και δε συμπνέει απόλυτα με τα τόσο καλά σχόλια που έχω διαβάσει. Μπορεί φυσικά να ήταν μία κακή στιγμή, αλλά η παρούσα κριτική αφορά στην συγκεκριμένη και μόνο εμπειρία μου, η οποία δεν στέφθηκε και με μεγάλη επιτυχία. Ίσως να είχα κι εγώ ακραία μεγάλες απαιτήσεις που δυστυχώς δεν ικανοποιήθηκαν.

Εμείς πήραμε 4 πίτες. Οι δύο αλμυρές και οι δύο γλυκές. Κατά την άποψή μου, οι πίτες αυτές δεν έχουν ακριβώς τον τρόπο παρασκευής που χρησιμοποιούν στο Μέτσοβο. Τουλάχιστον δεν έχουν σχέση με αυτές που εγώ έχω δοκιμάσει ή που έχω δει. Επειδή είχα παρακολουθήσει από κοντά την ετοιμασία τους, από το άνοιγμα του φύλλου, το στήσιμό της στο λαμαρινένιο ταψί, το πώς γύριζαν τα φύλλα στο τελείωμά της, το πώς την ράντιζαν με λίγο νερό και ελαιόλαδο, το φύλλο που είχαν αυτές οι πίτες δεν μου φάνηκε να έχει την ίδια τεχνοτροπία.

Εκτός αυτού, αν θυμάμαι καλά, οι πίτες που έχω δοκιμάσει δεν είχαν φύλο μόνο στο πάνω και κάτω μέρος αλλά και ενδιάμεσα στη γέμιση. Φυσικά κρατάω και την επιφύλαξη ότι πέραν του είδους Μετσοβίτικης πίτας έχω δοκιμάσει, υπάρχει και το συγκεκριμένο στυλ.

Δοκιμάσαμε μία κολοκυθόπιτα με φέτα και μία μανιταρόπιτα. Για να είμαι επίσης ειλικρινής, επειδή δεν είχα ξανακούσει για παραδοσιακή μανιταρόπιτα από το Μέτσοβο, μπήκα την επόμενη μέρα στη διαδικασία να πάρω τηλέφωνο μία φιλική οικογένεια που διαμένει σε χωριό των εκεί περιοχών. Όταν ρώτησα μου απάντησαν πως ποτέ τους δεν είχαν φτιάξει μανιταρόπιτα. Και μιλάμε για οικογένεια που η πίτα βρίσκεται στο τραπέζι τους τουλάχιστον 1-2 φορές τη βδομάδα.

Για να μεταφέρω το ύφος της συζήτησης που με έκανε να χαμογελάσω γλυκά, η απάντηση συνοδεύτηκε από το «εμείς μανιτάρια μαζεύαμε μόνο αν βρίσκαμε κανένα ενώ βόσκαμε τα γίδια. Μας είχε δείξει ο πατέρας μας ποια είναι τα καλά. Τα ανοίγαμε, τους βάζαμε πάνω λίγο αλάτι και τα ψήναμε στη φωτιά». Έλιωσα με την εικόνα ενός μικρού κοριτσιού, σε μια φτωχή περιοχή, 60-65 χρόνια πριν, να μαζεύει μανιτάρια. Τώρα μπορεί κάτι τέτοιο να θεωρείται σικ ή trendy, τότε όμως ήταν ξεκάθαρα θέμα επιβίωσης. Οπότε καταλήγω ότι η μανιταρόπιτα πολύ πιθανόν να είναι μία προσθήκη στο μενού τους, προσπαθώντας να ακολουθήσουν τις τάσεις των τελευταίων χρόνων που όλο και περισσότεροι Έλληνες αγαπούν τα μανιτάρια. Από γλυκές πήραμε αρχικά μία γαλατόπιτα. Λίγο αργότερα δοκιμάσαμε και μια με σοκολάτα.

Οι δύο αλμυρές πίτες ήταν σχετικά καλές, και σαφώς πιο αξιόλογες από αυτές που συναντάς στα περισσότερα «πιτάδικα» ή φούρνους. Όμως και οι δύο που τις δοκιμάσαμε καταλήξαμε στο ίδιο συμπέρασμα. Δεν καταλαβαίναμε ακριβώς τι τρώγαμε. Αυτό κυρίως για την κολοκυθόπιτα που αν δεν την είχαμε εμείς παραγγείλει και την δοκιμάζαμε με κλειστά μάτια, δεν θα μπορούσαμε να προσδιορίσουμε την γέμισή της. Κάπου τους έλειπε η γεύση του υλικού και ο «χαρακτήρας». Ίσως να είχαν χρησιμοποιήσει πολλά παραπάνω διαφορετικά υλικά απ’ όσο θα έπρεπε οπότε είχε εντελώς καλυφθεί η γεύση της κολοκύθας.

Όπως χαρακτηριστικά σχολίασε το άτομο που πήρε την κολοκυθόπιτα, «σα να τρώω πίτα που έχει για γέμιση πατάτας». Η μανιταρόπιτα ήταν πιο νόστιμη και αναγνωρίσιμη στην γλώσσα μας, ίσως γιατί το μανιτάρι έχει πιο ευδιάκριτη γεύση.

Από το σχήμα του κομματιού που μας προσφέρθηκε, καταλάβαμε ότι μάλλον ετοιμάζονται σε ταψάκια τεσσάρων μερίδων. Όμως ούτε το πάχος, ούτε το μέγεθος, ούτε το υλικό της γέμισης μπόρεσε να δικαιολογήσει την τιμή των 2,90 που κόστισε η καθεμιά τους. Ήταν από λεπτή έως μέτρια σε πάχος.
Κι έρχομαι τώρα στις γλυκές. Συγνώμη αλλά δεν μπορώ να φανταστώ μία Μετσοβίτισσα με βαριά, μάλλινη στολή να ετοιμάζει στην κουζίνα της σοκολατόπιτα.

Δυστυχώς ήταν κι αυτές και οι δύο μέτριες. Η γαλατόπιτα ήταν εντελώς άνοστη και δεν είχε καμία σχέση με αυτή που είχα δοκιμάσει στην Ήπειρο και που μοσχομύριζε βούτυρο και γίδινο γάλα. Αυτή που είχα δοκιμάσει θύμιζε σχεδόν γαλακτομπούρεκο, χωρίς το σιρόπι και η γέμισή της ήταν πλούσια και εύγευστη. Κι επίσης είχε παραπάνω από μία στρώσεις φύλλου που όταν σου σερβίρονταν ζεστή, απλά σου έπαιρνε το μυαλό. Η συγκεκριμένη είχε απλώς μία λευκή, συμπαγή κρέμα με βάση το γάλα. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Την πίτα σοκολάτας δεν θα μπω στη διαδικασία να τη σχολιάσω αναλυτικά γιατί δεν ήταν επίσης κάτι το ιδιαίτερο. Μας έδωσε την εντύπωση ότι ήταν κάτι σαν ζύμη με μερέντα και μάλιστα η γέμιση είχε εντελώς στεγνώσει (τόσο που μας έβαλε ιδέες ότι η πίτα δεν ήταν σημερινή).

Για να κλεισω, προφανώς είναι μία καλή προσπάθεια που μάλλον στον βωμό της εμπορικότητας και της ευκολίας, κάπου χάθηκε η αρχική ιδέα. Η κουλτούρα ενός τόπου δεν γίνεται έτσι εύκολα ένα brand name ή ένα συνοδευτικό του. Φυσικά μπορώ να κατανοήσω τις δυσκολίες του να καταφέρεις να αποδώσεις μία γνήσια Μετσοβίτικη πίτα σε ένα κατάστημα στο κέντρο της Αθήνας. Δεν είναι μόνο τα υλικά, είναι πάνω απ όλα η εμπειρία αυτού που θα τις ετοίμαζε κι όταν μιλάμε για σχετικά μεγάλη/μαζική παραγωγή, τα πράγματα δυσκολεύουν ακόμα περισσότερο. Ίσως όμως να άξιζε για κάτι τέτοιο να καταβληθεί μεγαλύτερη προσπάθεια. Μπορεί αυτές οι πίτες να μην ήταν μοντέρνες (να μην είχαν σοκολάτα ή μανιτάρια) και να μη έπιαναν εύκολα το πολύ νεανικό κοινό, αλλά θα υπήρχαν ακόμα περισσότεροι –κι ανάμεσά τους κι εγώ- που θα τις λάτρευα.

Οι πίτες της Σοφίας είναι κατά πολύ πάνω από τον μέσο όρο, αλλά για τα δικά μου δεδομένα σίγουρα όχι παραδοσιακές. Οπότε από τη στιγμή που τις περιγράφουν και διαφημίζουν έτσι, θα τις βαθμολογήσω αντίστοιχα και θα είμαι λίγο αυστηρός. Γιατί όταν διαφημιστικά με προσεγγίζεις με τον συγκεκριμένο τρόπο, έχω κι εγώ σαν καταναλωτής την ανάγκη να εκπληρωθούν οι προσδοκίες μου.

Επειδή όμως είναι μάλλον δύσκολο να πεταχτείτε μέχρι το Μέτσοβο για να δοκιμάσετε τις πίτες εκεί (πάντως αν πάτε, πρέπει ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ να πάρετε κοντοσούβλι από το μικρό μαγαζάκι πάνω στην πλατεία τους, που το έχουν επίσης αδέρφια. Είναι must! ), θα έλεγα ότι αξίζει να δοκιμάσετε τις αλμυρές κυρίως πίτες της Σοφίας. Ανάμεσα στις τόσες γεύσεις τους, θα βρείτε κι αυτή που ταιριάζει και «κουμπώνει» στον ουρανίσκο σας. Κι εγώ, που η πρώτη μου εμπειρία δεν ήταν και αυτό που θα ήθελα και περίμενα, θα το θεωρήσω σαν μία άτυχη στιγμή και θα τους ξαναδώσω σίγουρα μία ακόμα ευκαιρία. Αυτό και γιατί θέλω να υποστηρίζω προσπάθειες τέτοιας φιλοσοφίας αλλά και γιατί είναι Μετσοβίτες, από τόπο που υπεραγαπώ!