Πρόσθεσε τον στους Έμπιστούς σου!
Τοπική ελλ. κουζίνα - Αμπελόκηποι, Αθήνα
Νοε
13
2015
+/-
Γεύση
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 0
3
Εξυπηρέτηση
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 0
3
Χώρος
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 0
3
Value for money
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 0
3
€/Άτομο
10-16

Ήταν καιρός που είχα βάλει στο μάτι αυτό το μαγαζί – αφενός λόγω εγγύτητας, καθώς το εστιατόριο έχει την έδρα του σε μια από τις γειτονιές στις οποίες κατεξοχήν κινούμαι (Αμπελόκηποι), αφετέρου λόγω του εύλογου ενδιαφέρον που πάντα προκαλεί η κρητική κουζίνα (επ’ αυτού θα επανέλθω). Στα «συν» επίσης ήταν η έντονη παρουσία του μαγαζιού στις σελίδες του ask4food (ιδίως με τη μορφή προτάσεων κλπ. ), αλλά και μια κίνηση μείωσης των τιμών που είχα δει περνώντας απέξω τις πολύ δύσκολες ημέρες του περασμένου καλοκαιριού, εν μέσω τραπεζικών περιορισμών και δημοψηφίσματος. Είχα επίσης μια θετική και μια αρνητική γνώμη από γνωστούς μου ανθρώπους που είχαν ήδη φάει εκεί, «δύσκολους» και απαιτητικούς πελάτες και στις δύο περιπτώσεις, οπότε η περιέργειά μου είχε ευλόγως μεγαλώσει.

Το μαγαζί βρίσκεται σε ένα μάλλον «άξενο» σημείο, δίπλα στο γήπεδο του Παναθηναϊκού, πολύ κοντά σε διάφορα σημεία δημόσιου ενδιαφέροντος (από τα παρακείμενα σχολικά συγκροτήματα έως το ίδιο το γήπεδο, τα κοντινά νοσοκομεία κ. α. ) και σε απόσταση αναπνοής από τον σταθμό του μετρό στους Αμπελοκήπους – η γειτονιά σίγουρα δεν είναι το πιο ελκυστικό μέρος στην Αθήνα από την πλευρά της ατμόσφαιρας και της αισθητικής, ωστόσο αφενός έχει το μεγάλο ευεργέτημα της γειτνίασης με το μετρό, αφετέρου διαθέτει ήδη σε απόσταση λίγων εκατοντάδων μέτρων ιστορικά σημεία αναφοράς στη βραδινή Αθήνα, από το θρυλικό οινομαγειρείο στην άλλη πλευρά του γηπέδου και το παρακείμενο φοιτητοστέκι με τη ζωντανή μουσική έως τα δύο γνωστά (και επί σειρά ετών ανθεκτικώς ευρισκόμενα στη μόδα) μπαροεστιατόρια της οδού Τσόχα.

Το μαγαζί αυτοπροδιορίζεται ως εκπρόσωπος της κρητικής κουζίνας – ή, έστω, ως ένας χώρος όπου η κρητική κουζίνα έχει κυρίαρχη θέση. Νομίζω ότι αυτό το ζήτημα αποτελεί ένα από τα πιο θολά τοπία στη σύγχρονη εστιατορική σκηνή της Αθήνας. Από τη στιγμή που δεν κατέστη δυνατή η καθιέρωση της πιστοποίησης αυτής της τοπικής κουζίνας (νομίζω ότι κάποτε ξεκίνησε μια σχετική προσπάθεια, αλλά δεν ξέρω πού κατέληξε), το ερμηνευτικό πεδίο είναι ιδιαίτερα ευρύ – με αποτέλεσμα, τα περισσότερα (αν όχι όλα) τα αποκαλούμενα «κρητικά» εστιατόρια να είναι, επί της ουσίας, χώροι κλασικής εστίασης (εστιατόρια ή ταβέρνες) με (περισσότερο ή λιγότερο ενισχυμένα) στοιχεία κρητικών σπεσιαλιτέ. Δεν είναι απαραίτητα κακό αυτό – άλλωστε, δεν ξέρω κατά πόσο ένα αμιγώς κρητικό μενού θα άντεχε (ποσοτικά και εμπορικά) να αποτελέσει τον κύριο άξονα στον κατάλογο ενός μαγαζιού. Πιστεύω ότι η γοητεία της κρητικής κουζίνας, ιδίως όταν τη γεύεται κανείς στο νησί, δεν έγκειται τόσο στις ιδιαίτερες συνταγές (που σαφώς υπάρχουν κι αυτές και τις αγαπάμε πολύ), όσο στις πολύ καλές πρώτες ύλες, π. χ. στο άριστο λάδι ή στο νοστιμότατο κρέας, που δίνουν άλλη διάσταση σε γεύσεις που κατά τα λοιπά είναι πανελληνίως γνωστές και αγαπητές.

Το «Έρως-΄Ηρως», λοιπόν, δεν ξεφεύγει από την παραπάνω παραδοχή – στην πραγματικότητα ο κατάλογός του είναι ένας συνδυασμός κρητικής, κλασικής ελληνικής και δημιουργικής ελληνικής/μεσογειακής κουζίνας.

Ο χώρος του μαγαζιού είναι μικρός, μέτρησα 9 τραπέζια μέσα, στα οποία προστίθενται 3-4 ακόμα στο πεζοδρόμιο τους θερινούς μήνες. Τα λίγα τετραγωνικά δεν επιτρέπουν και πολλά πράγματα, ωστόσο το στήσιμο και η διακόσμηση, απλή και ολίγον τουρλού (με στοιχεία παράδοσης, νεοταβέρνας – και μπόλικο χρώμα), δημιουργεί τελικά μια θετική διάθεση. Ήταν μεσημέρι Σαββάτου, λίγο μετά το άνοιγμα του μαγαζιού και ήμασταν οι πρώτοι πελάτες στη σάλα (πολύ αργότερα γέμισαν 2-3 ακόμα τραπέζια). Ο νεαρός σερβιτόρος μας υποδέχτηκε ευγενικά και με κάθε διάθεση να μας εξυπηρετήσει, προσφέροντάς μας ρακή με οριακά βρασμένα ρεβύθια και (καλό) ψωμί που μπορούσαμε να επιλέξουμε από το σχετικό πανέρι.

Στη συνέχεια μας έδωσε ένα χειρόγραφο τετράδιο με τα πιάτα ημέρας. Θα του συγχωρήσω ακόμα και το μοναδικό «ψεγάδι», το γεγονός δηλαδή ότι δεν ήξερε να απαντήσει ακριβώς στην ερώτησή μου για ένα πιάτο και χρειάστηκε να ρωτήσει την κουζίνα – δεν μπορώ να φανταστώ κάτι τέτοιο να γίνεται σε ώρα μεγάλης αιχμής, πολλώ δε μάλλον από τη στιγμή που ο κατάλογος των γεύσεων είναι πλούσιος μεν, αλλά όχι και δυσανάλογα μεγάλος.

Για πρώτα πιάτα πήραμε μελιτζανοσαλάτα και (με προτροπή του σερβιτόρου) κολοκυθοανθούς με γέμιση. Η (τόσο ταλαιπωρημένη σε άλλα εστιατόρια) μελιτζανοσαλάτα παίρνει στο «Έρως-Ήρως» την εκδίκησή της – γεύση στιβαρή, ωραία υφή, τέλεια ενισχυμένη με φέτα και σοφή επιλογή μυρωδικών. Σαφώς το καλύτερο πιάτο που ήρθε στο τραπέζι μας. Αντίθετα, οι κολοκυθοανθοί ήταν καλοί, αλλά όχι κάτι το πολύ αξιομνημόνευτο – ίσως ήθελαν μια διαφορετική, πιο δυνατή γέμιση για να αναδειχτούν.

Ακολούθησαν τα δύο κυρίως πιάτα. Πρώτα, το (κλασικό για τέτοιες καταστάσεις) γαμοπίλαφο. Ήταν εύγευστο και γενικά καλοφτιαγμένο (μας είπαν ότι θα αργούσε για να γίνει σωστά στην ώρα του), ωστόσο δεν απογείωνε – στην καλύτερη αθηναϊκή εκδοχή του πιάτου, που είχα φάει προ διετίας σε ανάλογου ύφους μαγαζί, η «βουτυράτη» αίσθηση στο ζουμί και το σωστά διαλεγμένο καρύκευμα οδηγούσαν το γαμοπίλαφο σε άλλη (πολύ νοστιμότερη, αλλά, αλί, και πιο δύσπεπτη) διάσταση. Το άλλο πιάτο, τα κάστανα στιφάδο, επελέγη κατόπιν έντονης προτροπής από τον σερβιτόρο, υπερισχύοντας δύο άλλων επιλογών που υπηρετούσαν την ίδια λογική (ένα ζεστό, θερμαντικό πιάτο για ένα σχετικά ψυχρό μεσημέρι).

Είναι σίγουρα μια εξαιρετική ιδέα, που έρχεται να ταιριάξει δυο γλυκές γεύσεις της κουζίνας και που αποτελεί έξοχη λύση για φυτοφάγους που συμπαθούν το στιφάδο ως παρασκευή, αλλά δεν συμβιβάζονται με τις διάφορες κρεατικές εκδοχές του. Ήταν ένα καλό πιάτο, με μόνο ίσως ελάττωμα την υφή του, καθώς τα κάστανα, ακόμα και στο καλύτερο βράσιμό τους, δεν μπορούν να γίνουν τόσο μαλακά όσο ένα καλομαγειρεμένο κρέας δίπλα στα έτσι κι αλλιώς λουκουμένια μικρά κρεμμυδάκια. Ίσως κι εδώ χρειαζόταν ένα διαφορετικό καρύκευμα, χωρίς να μπορώ να πω κάποια συγκεκριμένη ιδέα.

Για όλα τα παραπάνω - μαζί με ένα καραφάκι ρακή (πέρα από το αρχικό προσφερθέν σφηνάκι) και με κερασμένο εσπρέσο στο τέλος - ο λογαριασμός έφτασε τα 19 ευρώ κατ’άτομο. Ούτε υπερβολικά πολλά, αλλά ούτε και λίγα, αν αναλογιστεί κανείς ότι ήμασταν μάλλον συντηρητικοί στο ποτό και δεν πήραμε επιδόρπιο. Έχω την εντύπωση ότι πάνω-κάτω εκεί (και ακόμα πιο πάνω, ενίοτε) κινείται η τιμολόγηση όλων των συναφών μαγαζιών, κάτι που δεν τα καθιστά τις πιο οικονομικές επιλογές εν καιρώ κρίσης (όπου τα μαγικά πλαφόν είναι συνήθως τα 10, μάξιμουμ 15 ευρώ). Κι αυτό είναι, ίσως, και το μεγαλύτερο μειονέκτημα του «Έρως-Ήρως», το οποίο διαθέτει γενικά καλή κουζίνα (αλλά με σαφείς δυνατότητες βελτίωσης), φιλική εξυπηρέτηση και έναν μικρό και απλό, ωστόσο συμπαθητικό χώρο.

Λόγω της τυπολογίας πολλών από τα πιάτα του, συνίσταται η επίσκεψη σε μεσημβρινές ώρες, κάποια από τις μέρες που λειτουργεί από νωρίς (Παρασκευή-Σάββατο-Κυριακή τώρα τον χειμώνα). Εγώ πάντως, παρά τις μικρές μου ενστάσεις, θα το ξαναεπισκεφτώ σίγουρα, αν μη τι άλλο για να δοκιμάσω ένα από υπόλοιπα «θερμαντικά» του πιάτα (την πολλά υποσχόμενη ρεβυθάδα ή το αγριογούρουνο, που ήταν πιάτο ημέρας την ημέρα που πήγα), που έχασαν «στο νήμα» τη μάχη με τα κάστανα στο γεύμα που μόλις περιέγραψα.