Πρόσθεσε τον στους Έμπιστούς σου!
Ινδία - Πειραιάς κέντρο, Αθήνα
Δεκ
09
2015
+/-
Γεύση
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4
4
Εξυπηρέτηση
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 0
3
Χώρος
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 0 Tomato 50 20130405 0
2
Value for money
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4
4
€/Άτομο
10-16

Πάρα πολύ ωραίες εξόδους έχω κάνει τελευταία, εξαιρετικά πετυχημένες γευστικά και ανυπομονώ να τις μοιραστώ μαζί σας. Το Maharaja Kitchen μάλιστα ήταν τέτοια αποκάλυψη που δεν μπορούσα να συγκρατηθώ και να μη σπεύσω να σας ενθαρρύνω να το τιμήσετε, απ’ όποια μεριά της όμορφης πόλης μας κι αν είναι να ξεκινήσετε για να φτάσετε μέχρι τον Πειραιά. Προσωπικά, τη διαδρομή Χαλάνδρι- Τρούμπα την ξανακάνω με άνεση μεγάλη προκειμένου να γευτώ τις ινδικές λιχουδιές του Μαχαραγιά.

Βράδυ Σαββάτου, λοιπόν, και τρεις φίλες από διάφορα μέρη της Αθήνας κινήσαμε για Πειραιά και πάλι καλά που στη μία εξ’ ημών είχε κόψει και είχαμε κάνει κράτηση: Παραείναι μικρός ο χώρος και 9 η ώρα που καταφθάσαμε ήταν όλα τα τραπέζια κρατημένα, μάλιστα κάποιες παρέες ήρθαν χωρίς κράτηση κι έφυγαν απογοητευμένες. Ενδιαφέρον κι ενδεικτικό της αυθεντικότητας ότι ανάμεσα στους θαμώνες υπήρχαν και οικογένειες Ινδών.

Ο χώρος τελικά δεν είναι το μαύρο το χάλι που ήμουν πεπεισμένη ότι θ’ αντίκριζα. Ενδέχεται οι ιδιοκτήτες νά ‘χουν προβεί σε ορισμένες βελτιώσεις, μπορεί όμως κιόλας να είχα εγώ τόσο χαμηλές προσδοκίες που εν τέλει να μου φάνηκε αξιοπρεπής ο χώρος. Σίγουρα διακρίνεται από μια καλτίλα ενδιαφέρουσα, λίγο η τέλεια ταμπέλα του με τον χοντρό Μαχαραγιά απέξω, λίγο η ένδειξη open που αναβόσβηνε με φώτα νέον, λίγο το γειτνιάζον υπερκαλτ μπαρ, καταλαβαίνετε.

Άπαξ όμως κι ανέβεις στο πατάρι που στεγάζεται το εστιατόριο, θα δεις ότι είναι αρκετά περιποιημένο και σε καμία περίπτωση απωθητικό. Λίγα τραπέζια ξύλινα, σε ικανοποιητική απόσταση μεταξύ τους, στρωμένα με ημικαλτ πορτοκαλί χαρτο-τραπεζομάντηλα, η απαραίτητη τηλεόραση συντονισμένη σε ινδικά βίντεο (παραδόξως με την ένταση σχεδόν στο μηδέν) και κάποιες διακοσμητικές πινελιές (ένας κόκορας από δω, μια εικονίτσα της παναγίας από εκεί).

Ο συμπαθέστατος Ινδός με τα φτωχά ελληνικά, αλλά με το μεγάλο χαμόγελο και την πολύ χαρωπή διάθεση, μας έφερε τους τέλειους καταλόγους (δίγλωσσους, σε αγγλικά κι ελληνικά, το γουγκλ translate έχει πάει σύννεφο και μας χάρισε στιγμές διασκέδασης) και άμεσα μας πήρε παραγγελία. Παραδόξως, καταφέραμε να συνεννοηθούμε στην εντέλεια και με μια μικρή καθυστέρηση, άρχισαν να καταφθάνουν τα πιάτα μας- κι αλήθεια σας λέω, ήταν το ένα καλύτερο απ’ το άλλο. Αποκάλυψη.

Ξεκινήσαμε όλες μας δοκιμάζοντας αυτόν τον χυμό με τη φρέσκια μέντα, το λάιμ, τη ζάχαρη και το σιρόπι, τον οποίο ομολογώ ότι δεν έχω ξαναπιεί και πολύ μου άρεσε. Οι άλλες δύο μάλιστα ξετρελάθηκαν τόσο που πήραν στη συνέχεια και δεύτερο. Πολύ ιδιαίτερος και αρωματικός, ιδανικός για το σβήσιμο του καψίματος από τα πικάντικα πιάτα.

Μαζί με τους χυμούς, μας έφερε και τα κλασικά παπαντάμ του καλωσορίσματος. Τα έφερε, όμως, σκέτα, χωρίς συνοδευτικές σαλτσούλες, όπως είθισται! Να το αμέλησε, άραγε; Να τα φέρνει πάντα έτσι σκέτα; Δεν ξέρω. Ήταν πάντως νόστιμα, αν και νομίζω αρκετά λαδένια.

Το γεύμα μας αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε με τα λαχανικά πακόρα. Λογιών λογιών λαχανικά δηλαδή (διακρίναμε κυρίως κρεμμύδι και πιπεριά) βουτηγμένα σε ρεβυθάλευρο και τραγανά τηγανισμένα, όπως πολύ ωραία το έθετε ο κατάλογος. Μας ήρθε μια πιατέλα γεμάτη μέχρι πάνω με τα πεντανόστιμα αυτά λαχανικά, τα οποία συνοδεύονταν με νοστιμότατη σος μάνγκο. Παρόλο που ήταν φουλ τηγανιτό το πιάτο, ήταν εντυπωσιακό το πόσο ελαφρύ ήταν τελικά και πόσο αέρινο. Μια νοστιμιά.

Σε σχέση με τα κυρίως, εγώ είπα για μία ακόμη φορά να κινηθώ σε καυτερή επιλογή και με μια ελαφριά συστολή, οφείλω να παραδεχτώ, διάλεξα το μουργκ κολαπούρι, κοτόπουλο δηλαδή, το οποίο ο κατάλογος περιέγραφε ότι είναι «σε πολύ καυτή ινδική πικάντικη σάλτσα». Σκιάχτηκα λίγο με την περιγραφή, αναρωτήθηκα μην και πάρω φωτιά, αλλά ο χαρωπός σερβιτόρος με διαβεβαίωσε ότι δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. Τελικά πράγματι, πρόκειται για ένα καυτερό πιάτο μεν, αλλά όχι κάτι που δεν μπορεί ν’ αντέξει κάποιος που τα σηκώνει βέβαια τα καυτερά. Ήταν πεντανόστιμο, σχεδόν έγλυψα τις σάλτσες από το σκεύος μέσα στο οποίο σερβίρεται, υπέροχο.

Η μία φίλη που δεν τα αντέχει καθόλου τα καυτερά κινήθηκε στην επιλογή του μουργκ κόρμα, αγαπημένο ινδικό πιάτο, κοτόπουλο με τέλεια σάλτσα από γιαούρτι, κάσιους καρύδια και διάφορα ινδικά μπαχαρικά. Τέλεια εκτελεσμένο, με μυρωδάτη κι υπέροχη κι αφράτη σάλτσα, ιδανικό για όσους αγαπούν τις πιο ήπιες γεύσεις.

Η δεύτερη φίλη κινήθηκε προς διαφορετική κατεύθυνση κι επέλεξε το αρνίσιο σις κεμπάπ. Έφαγα αρκετό από το πιάτο της, καθώς αποδείχθηκα με διαφορά η πιο φαγανή απ’ τις τρεις μας κι εκεί που οι άλλες είχαν εγκαταλείψει σκασμένες, εγώ συνέχιζα σταθερά και μεθοδικά, αδειάζοντας σιγά σιγά τα πιάτα. Δεν περίμενα να μου αρέσει τόσο ένα αρνίσιο κεμπάπ. Μοσχοβολιστό, χωρίς να αποπνέει την απωθητική για μένα αρνίλα, ζουμερό και καλοψημένο, ήταν τέλειο.

Φυσικά, δεν θα μπορούσε να λείπει το νααν από το τραπέζι μας. Επιλέξαμε ένα νάαν με κιμά, εξαιρετικό, νοστιμότατη ζύμη, υπέροχη γέμιση, καλοφουρνισμένο, ήταν τέλειο. Ίσως να ήθελα λίγο πιο μεγάλη την μερίδα, ίσως απλά να είμαι αχόρταγη, δεν έχω καταλήξει ακόμα.

Και ακόμα πιο αυτονόητα, δεν μπορούσε να λείψει το ρύζι απ’ το γεύμα αυτό. Επιλέξαμε ένα απλό συνοδευτικό ρύζι, το οποίο αποδείχθηκε εξαιρετικό. Τζίρα πιλάου, λοιπόν, μπασμάτι πασπαλισμένο με κύμινο, γκι (μη με ρωτάτε, εγώ εν προκειμένω μεταφέρω αυτούσια την περιγραφή) και τηγανισμένο σπόρο κύμινου. Πλούσια γεύση, πλούσια μερίδα, αρωματικότατο, εξαιρετικό.

Στο τέλος μας κέρασαν και γλυκό και μου άρεσε μέχρι κι αυτό, παρόλο που δεν είμαι φίλη καλή με τα ινδικά γλυκά. Ρωτήσαμε τι είναι, μας είπε 2-3 φορές, ανάθεμα κι αν καταλάβαμε, η ηχητική απόδοση αυτού που νομίζουμε ότι ακούσαμε είναι «γκλαμπτζαμόν», μην το δένετε όμως και κόμπο. Ήταν σαν μπαλάκι παντεσπανιού σιροπιασμένο με σιρόπι καραμέλας, όπως αποφάνθηκε η μία φίλη. Δεν ξέρω αν πέσαμε μέσα στην περιγραφή, ήταν όμως ιδανικό τελείωμα.

Για τα παραπάνω συν ένα μπουκάλι νερό εμφιαλωμένο (ήρθε το άτιμο κι ανοίχθηκε κι ούτε που το πήρα γραμμή ν’ αντιδράσω, αλλά δεν πειράζει, χαλάλι τους), πληρώσαμε συνολικά 52 ευρώ. Παρόλο που μας πήγε λοιπόν γύρω στα 17 ευρώ το άτομο χωρίς να πιούμε στάλα αλκοόλ, (με χυμούς της βγάλαμε), αν αναλογιστείτε ότι φάγαμε μέχρι σκασμού και το καταευχαριστηθήκαμε, θ’ αξιολογήσω πολύ υψηλά το VfM. Εννοείται ότι θα ξαναπάω και την επόμενη φορά μάλιστα θα συνδυάσω την έξοδο με ποτό σε κάποιο απ’ τα πολύ ενδιαφέροντα μπαράκια της θα τολμούσα να πω ανερχόμενης περιοχής. Σπεύσατε!