Πρόσθεσε τον στους Έμπιστούς σου!
Μοντέρνα κουζίνα - Γαλάτσι - Λαμπρινή, Αθήνα
Δεκ
11
2015
+/-
Γεύση
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 0
3
Εξυπηρέτηση
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 0 Tomato 50 20130405 0
2
Χώρος
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4
4
Value for money
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 0 Tomato 50 20130405 0 Tomato 50 20130405 0
1
€/Άτομο
17-25

Τετάρτη βράδυ. Αφήσαμε μετά από ένα εννιάωρο το γραφείο και με το έτερο ήμισυ πήγαμε στα ΚΤΕΛ του Κηφισού για να πάρουμε το μικρό μας ανηψάκι που ερχόταν για ένα city-break, κατά πως λέμε οι νεο-Έλληνες, στην Αθήνα. Σκεφτόμασταν, λοιπόν, που να πάμε για να φάμε κάτι απλό... Αλλά ως εκ θαύματος στο μυαλό ήρθαν οι «Λεύκες». Οι «Λεύκες» στη λεωφόρο Γαλατσίου. Και χωρίς δεύτερη σκέψη αποφασίσαμε να ξαναπάμε να δοκιμάσουμε τις γεύσεις τους, για μία ακόμα φορά. Βάλαμε κασέτα στο κασετόφωνο, γιατί έχω αυτοκίνητο 17ετίας και τότε κασέτες άκουγα, και ξεκινήσαμε για Γαλατσίου, με το στομάχι να γουργουρίζει.

Η πρώτη μου φορά στις Λεύκες ήταν προ μηνός και να σας πω την αλήθεια, την είχα χαρεί πάρα πολύ! Τόσο πολύ, που δεν είχα δώσει ιδιαίτερη σημασία σε κάτι «λεπτομέρειες», που είχαν να κάνουν με τον «ιδιαίτερο», κατά πως λένε κάποιοι, χαρακτήρα του ιδιοκτήτη. Εγώ είχα περάσει τόσο όμορφα εκείνη την πρώτη φορά, που τίποτα δε μου σκίασε την εικόνα μου για το μαγαζί. Και αν έγραφα εκείνη την φορά κριτική θα του έβαζα όχι τεσσάρια, αλλά δεκάρια! Τέτοιος ενθουσιασμός.

Αλλά! Είναι καλός ο ενθουσιασμός, αλλά πολύ καλύτερη είναι η ψυχραιμία. Υπό την έννοια, ότι αξίζει να δοκιμάσεις κάτι και μία δεύτερη φορά για να επιβεβαιώσεις την πρώτη σου εικόνα. Και αυτή η δεύτερη φορά για μένα στις «Λεύκες» ήταν αυτή που μου έδωσε να καταλάβω το εξής: πως μπορεί ένας ωραιότατος χώρος εστίασης με έναν «ιδιαίτερο» ιδιοκτήτη να οδηγήσει πελάτες του να ρίξουν μαύρη πέτρα μία και καλή!

Φτάνουμε, λοιπόν, στο μαγαζί, που είναι πάρα πολύ όμορφα στολισμένο στους εξωτερικούς του χώρους. Φωτάκια, ελατάκια, αγιοβασίληδες, λάμπες και άλλα στολίδια εορταστικά, που σε προδιαθέτουν για ένα όμορφο βράδυ. Και μετά η είσοδος στο εστιατόριο. Ανοίγεις την πόρτα και μπαίνεις σε ένα ζεστό χώρο υποδοχής, με μία ξυλόσομπα. Εξαιρετική η αίθηση της ζεστασιάς. Μας καλωσορίζουν τα παιδιά του μαγαζιού και μας πάνε στο τραπέζι. Η διακόσμηση του μαγαζιού είναι εξαιρετική! Από τα λίγα μαγαζιά που αισθάνεσαι ότι υπάρχει κάτι ιδιαίτερο στην ατμόσφαιρα. Ακόμα και το γεγονός ότι σε μερικά σημεία που υπάρχουν ράφια και πάνω στα ράφια αντικείμενα που αισθάνεσαι ότι με μία απροσεξία σου θα τα φας στο κεφάλι, και πάλι δεν σου χαλάει την εικόνα του χώρου.

Ο χώρος για εμένα λαμβάνει ένα τεσσάρι ολάκερο! Μην πω και πεντάρι.
Και έρχεται για παραγγελία μία εξαιρετική κοπέλα, ευγενική, και μας ενημερώνει για τα πιάτα ημέρας. Είναι τόσο ευγενική και αέρινη η παρουσία της που της αξίζουν συγχαρητήρια. Αφού μας ενημέρωσε η κοπέλα εν συνεχεία ήρθε ο ιδιοκτήτης να πάρει την παραγγελία. Ξεκινάμε, λοιπόν, να λέμε τι θέλουμε. Και παραγγέλνουμε τα εξής: μία ανάμεικτη σαλάτα για ορεκτικό και τρία πιάτα. Μία μπριζόλα χοιρινή 450 γρ. (αναφέρω και τα γραμμάρια γιατί έχω τον σκοπό μου) και νιόκι πατάτας με φιλέτο κοτόπουλο και σάλτσα τυριού. Εγώ αποφάσισα να δοκιμάσω ψαρονέφρι με δαμάσκηνα και πουρέ πατάτας.

Καθώς όμως κατά την πρώτη μου επίσκεψη στις Λεύκες είχα δει μεγάλες μερίδες (βλ, μπριζόλα), αποφάσισα να ρωτήσω το εξής «Ξέρω ότι έχετε μεγάλες μερίδες φαγητού. Το ψαρονέφρι είναι μεγάλη μερίδα; Γιατί είναι βράδυ και μην βρεθώ μπροστά σε κανά μεγάλο πιάτο και αφήσω το μισό.. Αμαρτία θα ‘ναι. » Δεν ξέρω αν θεωρείτε, όσοι με διαβάσετε, ότι το ερώτημά μου ήταν βλακώδες ή προσβλητικό, αλλά μάλλον έτσι το εξέλαβε ο ιδιοκτήτης. Και η απάντησή του με ειρωνικό ύφος χιλίων καρδιναλίων, χωρίς καν να με κοιτάζει, ήταν η εξής «ένα κανονικό ψαρονέφρι, κομμένο στα τρία. Θα το παραγγείλετε;». Σα να μου έλεγε «μα τί ρωτάς; Έλεος! Πάρ’ το και μη με ζαλίζεις».
Μπαρντόν, δηλαδή, αλλά εκείνη την ώρα μετά χαράς θα έφευγα! Αλλά συγκρατήθηκα. Η αγένεια είναι κακό πράγμα. Και αν την πουλάς ως κάτι «ιδιαίτερο» που δίνει χαρακτήρα στο μαγαζί σου, τότε αγαπητέ μου ιδιοκτήτη να το χαίρεσαι το μαγαζί σου, αλλά τα ωραία μου τα λεφτά, που τα βγάζω με κόπο ή χωρίς κόπο –δεν έχει σημασία– δεν πρόκειται να τα δίνω σε όσους με ειρωνεύονται κατά αυτόν τον τρόπο.

Θέλω να είμαι ειλικρινής. Οι μερίδες ήταν μεγάλες, με εξαίρεση τα νιόκι με το κοτόπουλο. Η μπριζόλα ήταν χορταστική, καλοψημένη αλλά σε μερικά σημεία υπέρ το δέον αλατισμένη. Τόσο που λέγαμε ότι είχε ψηθεί σε αλυκή! Το ψαρονέφρι, επίσης, καλοψημένο, αλλά τόσο γλυκειά η σάλτσα από δαμάσκηνο, που προσωπικά ήταν σα να έτρωγα μαρμελάδα με κρέας. Έλειπε μία αψάδα στο πιάτο μου. Επέλεξα να βάλω αλάτι και επιπλέον πιπέρι για να σπάσει κάπως η γλύκα.

Το φαγητό μας το συνοδεύσαμε με δύο μπύρες Magnum, ροδίτικες, και μία cola για μένα, γιατί όταν οδηγώ δεν πίνω ούτε σταγόνα.

Τελειώσαμε με ένα cheesecake με φυστίκια... Αλλά βρε παιδί μου σε γλυκό να βάλεις και αλατισμένα φυστίκια, και τόσα πολλά –σαν και αυτά που τρώμε στα μπαράκια με το ουισκάκι μας– μάλλον δεν ταιριάζει. Τουλάχιστον για εμένα με τις λίγες γνώσης παρασκευής γλυκών, το τόσο αλατισμένο φυστίκι ήταν ένα γευστικό φάουλ, γιατί κάλυπτε την φίνα γεύση της τυρόκρεμας. Βέβαια η κοπέλα της παρέας μας το γλυκό το βρήκε εξαιρετικό. Οπότε όλα είναι θέμα γούστου.
Το κόστος της σαλάτας, των τριών κυρίως πιάτων, του γλυκού, της cola και των δύο μπυρών; Κάτι παραπάνω από 70 ευρώ! Και θα με ρωτήσετε, τα άξιζε τα λεφτά του. Και θα σας πω ευθέως. Όχι!

1. Γιατί όταν με χρεώνεις τόσα χρήματα, τότε και εγώ περιμένω από εσένα αγαπητέ μου μαγαζάτορα άλλη αντιμετώπιση και περιποίηση. Δε μπορεί να έρχομαι στο μαγαζί σου και να με ειρωνεύεσαι, και να μην καταδέχεσαι καν να απαντήσεις στην ερώτηση του πελάτη σου. Δε με τιμάς εσύ με το μαγαζί σου, εγώ σε τιμώ και σε επιλέγω μεταξύ εκατοντάδων επιλογών σε όλη την Αθήνα. Οπότε δείξε μου ότι χαίρεσαι που σε επιλέγω. Δεν θέλω να μου κάνεις τεμενάδες. Θέλω να αισθανθώ ότι χαίρεσαι που έρχομαι στο μαγαζί σου. Και αν ρωτήσω κάτι «κουτό», μη με μαλώνεις. Δεν το δέχομαι. Με μαλώνει το αφεντικό μου, με μαλώνει η μάνα μου, και αυτό μου αρκεί. Δεν θέλω άλλους κηδεμόνες. Και αν είσαι «ιδιαίτερος» σας χαρακτήρας, τότε το σέβομαι, και για αυτό το κουβαδάκι μου και σε άλλη παραλία.

2. Γιατί όταν με χρεώνεις τόσα χρήματα, που αντίστοιχα δίνει κάποιος π. χ. στην Αίγλη του Ζαππείου, τότε αναμένω και άλλο service. Τί εννοώ; Δε μπορεί να έχεις σερβιτόρους, που απλώνουν τα χέρια τους (γυμνά μέχρι τον αγκώνα) μέσα στο πρόσωπό μου για να πάρουν τα πιάτα από το τραπέζι ενώ τρώω. Ούτε μπορώ να έχω σερβιτόρους που έχουν δασκαλευτεί να κάνουν τους ευγενείς, αλλά νιώθεις ότι είναι ψεύτικο και υπερβολικό όλο αυτό. Μου αρκεί ένα χαμόγελο, και όχι οι πολλές και ψεύτικες ευγένειες. Όχι άλλο φτιασίδωμα βρε παιδιά! Να είμαστε οι εαυτοί μας και να ξέρουμε και σε τι μαγαζί δουλεύουμε! Μην τα μπερδεύουμε τα πράγματα!

3. Γιατί όταν με χρεώνεις τόσα χρήματα, περιμένω ότι θα έχεις ένα ακόμα σετ μαχαιροπίρουνα στο τραπέζι και δεν θα μου λες «σας παίρνω το πιάτο για να σας φέρω το κυρίως, αλλά κρατήστε τα μαχαιροπίρουνά σας». Και εμείς να τα ακουμπάμε σε χαρτοπετσέτα μέχρι να ρθει το κυρίως. Αν θες να χρεώνεις κατ’ ελάχιστον ένα 25άρι ευρώ το άτομο και να θες να το παίζεις άνετο αλλά συνάμα και κυριλέ μαγαζί βάλε και ένα ακόμα μαχαιροπίρουνο! Δεν κοστίζει.
Μπορεί να σας φανεί υπερβολική η κριτική. Αλλά βρε παιδιά δε μπορώ άλλο να δέχομαι την αγένεια αγόγγυστα! Όχι! Και ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά που δέχτηκα να με προσβάλλουν ενώ δίνω τα ωραία μου λεφτά που με κόπο βγάζω και εγώ, όπως πολλοί εξ υμών!

Στις «Λεύκες» δεν θα σας πω να μην πάτε. Θα σας πω να πάτε. Δε μου αρέσουν τα μη. Δοκιμάστε μόνοι σας και κρίνετε. Είναι ένας χώρος με εξαιρετική εσωτερική διακόσμηση. Με αρκετά καλομαγειρεμένα πιάτα και με ένα –σε κάθε περίπτωση– καλοπροαίρετο προσωπικό. Αλλά με έναν ιδιοκτήτη που προσωπικώς με έδιωξε μία και καλή από το μαγαζί του με την αγενέστατη συμπεριφορά του.
Και καταλήγω λέγοντας το εξής: όταν διαλέγω ένα εστιατόριο να φάω δεν το διαλέγω γιατί δεν έχω σπίτι μου να φάω. Το διαλέγω γιατί θέλω να περάσω όμορφα με τον άνθρωπό μου και την παρέα μου, χωρίς να ενοχλώ τους γύρω μου. Εύχομαι αυτό να το καταλαβαίνουν και οι μαγαζάτορες και να μας τιμούν και αυτοί όπως του τιμούμε κι εμείς! Σας χαιρετώ και εις το επανιδείν με νέα κριτική!