Πρόσθεσε τον στους Έμπιστούς σου!
Ταβέρνες & Ψητοπωλεία - Αυλώνα, Αθήνα
Ιαν
15
2016
+/-
Γεύση
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4
4
Εξυπηρέτηση
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4
4
Χώρος
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 0
3
Value for money
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4
4
€/Άτομο
10-16

Πριν αρχίσω αυτή τη κριτική, θα ήθελα να αναφέρω ότι «Ο Μάνθος» δεν είναι στην περιοχή Αυλώνα αλλά υπάγεται στην Μαλακάσα (όπως οι ίδιοι μας διευκρίνισαν). Πιο συγκεκριμένα, βρίσκεται μερικά μόνο μέτρα από τον σιδηροδρομικό σταθμό της Σφενδάλης. Όμως τον καταχώρησα στην περιοχή «Αυλώνα» γιατί στο Ask4food δεν υπάρχει ως επιλογή η ακριβής, συγκεκριμένη περιοχή.

Μερικές ημέρες πριν τα Χριστούγεννα, ήταν Κυριακή μεσημεράκι και ο Αττικός ουρανός στα καλύτερά του. Ήταν γαλανός και φωτεινός αλλά είχε αυτό που λένε «ήλιο με δόντια». Αντί να πάμε προς το κέντρο της Αθήνας που τα εμπορικά καταστήματα παρέμεναν ανοιχτά, αποφασίσαμε να αποφύγουμε την οχλαγωγία και τον πανικό και να προσφέρουμε στον εαυτό μας μία βόλτα στη φύση της Πάρνηθας.

Πήραμε και τα καλαθάκια μας μαζί (ξέρω ότι η εικόνα παραπέμπει λίγο σε Κοκκινοσκουφίτσα…) γιατί στο μυαλό μας είχαμε αποφασίσει να επιδοθούμε σε ανελέητο κυνήγι μανιταριών. Το δάσος πάνω από την Σφενδάλη καθώς και η γύρω περιοχή είναι ιδανική για κάποιον που τον ενδιαφέρουν τα μανιτάρια που είναι γνωστά ως lactarius deliciosus (με το πορτοκαλί εσωτερικό).

Αυτό γιατί η περιοχή έχει πολλά κωνοφόρα και ακόμα πιο πολλά πεύκα. Και για να πω μερικές πληροφορίες παραπάνω, lactarius χωρίς πεύκα δεν υπάρχουν όπως και το αντίστροφο. Γιατί αν μία δασική περιοχή καταστραφεί (π. χ. από πυρκαγιά), αν πρώτα δεν καταφέρεις να δημιουργήσεις την ύπαρξη αυτών των μυκήτων, είναι αδύνατο να πετύχεις την αναδάσωση της περιοχής. Η μοίρα τους είναι απόλυτα συνδεδεμένη και το ένα εξαρτάται απόλυτα από το άλλο.

Γι αυτό πρέπει να αγαπάμε τη φύση. Αν κάποιο είδος μανιταριού δεν μας είναι γνώριμο ή ακόμα κι αν ξέρουμε ότι είναι δηλητηριώδες, δεν το καταστρέφουμε. Αν είναι γνώριμο και εδώδιμο είδος, το μαζεύουμε μόνο αν είναι σε ώριμο στάδιο, οπότε και έχει αφήσει τα σπόριά τους, απαραίτητη διαδικασία για την διαιώνισή του.

Εμείς περπατήσαμε τουλάχιστον 4 ώρες, ανάμεσα σε μίας εξαιρετικής ποιότητας δάσος, παρατηρώντας κότσυφες και κίσσες (κοτσυφόκισσα έχω δει μόνο στο Hunger Games και δεν έχω ιδέα αν υπάρχει και στην ελληνική φύση). Δυστυχώς λόγω του ότι είχε μέρες να βρέξει, δεν βρήκαμε αρκετά μανιτάρια από το είδος που μας ενδιέφερε αλλά αυτό πέρασε εντελώς σε δεύτερη μοίρα, αφού αποζημιωθήκαμε με μία καταπληκτική βόλτα. Είναι απίστευτο το πόση ηρεμία μας χαρίζει η επαφή με τη φύση.

Μετά από τόσο περπάτημα, η όρεξή μας είχε ανοίξει για τα καλά. Η ιδέα να πάμε προς το κέντρο της Αθήνας μόνο απωθητική μας φάνηκε, αφού θα κατέστρεφε με μιας την αίσθηση που μας είχε δημιουργηθεί και που θέλαμε να κρατήσουμε με νύχια και με δόντια όσο το δυνατόν περισσότερο.
Λίγα μέτρα από τον Σταθμό της Σφενδάλης υπάρχει εδώ και πολλά χρόνια ένα ταπεινό ταβερνάκι. Το έχουμε ξαναδεί πολλές φορές και πάντα μας έμπαινε η ιδέα να το επισκεφτούμε. Ασυγχώρητο λάθος το ότι δεν το είχαμε κάνει μέχρι τότε!

Όσο απλός είναι ο χώρος απ’ έξω, το ίδιο κι ακόμα πιο απλός ήταν και ο εσωτερικός του χώρος. Υπάρχει και μια μικρή αυλή που όταν ζεστάνει ο καιρός θα είναι μια χαρά. Όταν μπήκαμε ήταν ακόμα 2 παρέες, ενώ λίγο αργότερα ήρθαν άλλες 2. Ευτυχώς ήμασταν τυχεροί και κουρνιάσαμε σε ένα τραπεζάκι 1 μέτρο από το αναμμένο τζάκι τους. Μετά το κρύο και την υγρασία του δάσους, μας φάνηκε ότι η ζέστη του μας αγκάλιασε. Αφεθήκαμε ευχάριστα.

Όταν πλέον βολεύτηκα, άρχισα να περιεργάζομαι τον χώρο. Υπήρχε μία ψησταριά σε ένα γυάλινο δωμάτιο που εφάπτεται στον δρόμο, η κουζίνα τους, ο κυρίως χώρος που ήμασταν εμείς και ένα ακόμα δωμάτιο που φαίνεται σαν μετέπειτα προσθήκη και που κάπως υστερούσε αφού έδειχνε λίγο πιο πρόχειρο. Αυτό το δωμάτιο ίσως το χρησιμοποιούν περισσότερο κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Νιώθοντας τυχεροί που εμείς είχαμε προνομιακή θέση δίπλα στο τζάκι, αρχίσαμε να χαζεύουμε και σχολιάζουμε τα αντικείμενα διακόσμησης απολαμβάνοντας παλιά, καλά ελληνικά λαϊκά. Μη φανταστείτε κάποια ιδιαίτερη διακόσμηση.

Ο χώρος είναι ιδιαίτερα λαϊκός, και σου θυμίζει επαρχιακό μαγαζί δεκαετιών πριν. Μου θύμισε την εποχή που ήμουν φαντάρος και στην έξοδό μας πηγαίναμε σε μικρά μαγαζάκια στα χωριουδάκια της Κοζάνης (που όμως έχω φάει την πιο αριστουργηματική χοιρινή τηγανιά της ζωής μου! ). Πάνω από το τζάκι θα δεις κέρατα ελαφιού.

Προσωπικά εγώ κάτι τέτοια όπως και τα βαλσαμωμένα πουλιά, τα θεωρώ στενάχωρα και μου προκαλούν θλίψη. Για άλλο λόγο είχαν έρθει στη ζωή κι όχι για να κοσμούν –σκονισμένα κουφάρια πλέον- κάποιον τοίχο. Κομπολόγια, μετάλλια αγώνων και μαγειρικά αντικείμενα μιας άλλης εποχής, συμπληρώνουν την διακόσμηση.

Πολύ γρήγορα ήρθε στο τραπέζι μας η κυρία που μας εξυπηρέτησε. Που και που της ξέφευγε και μας απεύθυνε τον λόγο και στον ενικό, αλλά δεν με ενόχλησε καθόλου. Ίσα ίσα, αυτό έδειχνε μια αμεσότητα, που σε ένα ταβερνάκι σαν κι αυτό ερχόταν γάντι.

Ό,τι κι αν παραγγείλαμε ήρθε σε σωστούς χρόνους και πάντα με χαμόγελο αν και στην αρχή λίγο συγκρατημένο. Σε σχέση με τους άλλους θαμώνες, εμείς πρέπει να ήμασταν «οι ξένοι». Οι υπόλοιποι έδειχναν να έχουν μία γλυκιά οικειότητα με τον χώρο και πολύ τους ζήλεψα γι αυτό. Προσπαθώντας να αποτινάξουμε από πάνω μας την ρετσινιά του παρείσακτου, δείξαμε κι εμείς από την πλευρά μας ότι θέλουμε και μπορούμε να ταιριάξουμε στο ύφος τους. Τότε η συμπεριφορά τους έγινε ακόμα πιο φιλική απέναντί μας.

Σε ερώτησή μας για το τι υπάρχει διαθέσιμο, καταλάβαμε ότι κατά κύριο λόγο έχουν της ώρας. Μπριζόλες, προβατίνα, αρνί, μπιφτέκια, λουκάνικα, παιδάκια κτλ. Κρεατοκατάσταση λοιπόν. Ότι περίπου κι εμείς περιμέναμε αλλά και θέλαμε.

Πρώτα μας έφεραν νερό σε κανάτα και ψημένο στη σχάρα ψωμάκι. Από μπύρες έχουν τις γνωστές. Πήραμε Kaiser την οποία προτιμώ από τις πιο εμπορικές. Θα προτιμούσαμε τσιπουράκι ή κρασάκι, αλλά είχαμε και την οδήγηση επιστροφής και από θέμα υπευθυνότητας δεν ανοιχτήκαμε σε αλκοόλ. Ο οδηγός δηλαδή, γιατί εγώ την ήπια την μιάμιση μπυρίτσα μου.

Ξεκινήσαμε με τζατζίκι. Ήταν πάρα πολύ καλό, δυνατό και σε σωστή πυκνότητα. Έκανε τρελό παρεάκι με το φρυγανισμένο ψωμί. Σχεδόν το τελειώσαμε πριν έρθουν τα κυρίως αν και η μερίδα ήταν ιδιαίτερα γενναία. Προσοχή γιατί είναι αρκετά σκορδάτο, οπότε να ξέρετε ότι η γεύση του θα σας ακολουθεί για αρκετές ώρες μετά. Η τιμή του στα 2,5 €.

Ακολούθησαν τα βραστά χόρτα. Μια μικρή αστοχία στο ότι ήταν λίγο παραπάνω βρασμένα απ’ ότι εγώ τα προτιμώ. Σε βαθύ πιάτο, μπόλικα και αχνιστά. Μάλλον τα είχαν βάλει να πάρουν μία βράση ακόμα πριν μας τα σερβίρουν. Ίσως εκεί να οφείλεται το ότι είχαν βράσει λίγο παραπάνω. Πάντως ήταν κι αυτά πολύ νόστιμα. Κόστισαν 3,5 €.

Μετά ήρθε το τυροπιτάρι. Όταν το παραγγείλαμε είχα ακούσει «τυροπιτάκι» και το είχα αλλιώς στο μυαλό μου. Σίγουρα πολύ πιο μικρό και λιγότερο εντυπωσιακό. Ήρθε σε πιάτο κανονικής μερίδας φαγητού και μάλιστα οι γωνίες του ξεχείλιζαν από αυτό. Ένα μεγάλο, τετράγωνο κομμάτι τυρόπιτας που έχει ετοιμαστεί στο τηγάνι. Πλούσια γέμιση σε λευκό τυρί. Παρόλο που έκαιγε ακόμα, μας ήταν αδύνατο να σταματήσουμε να τρώμε από αυτό, περιμένοντάς το να κρυώσει. Είναι αυτή η γλυκιά αίσθηση μαζοχιστικής ταλαιπωρίας που όμως δεν είναι αρκετή για να σε κρατήσει μακριά από ένα πιάτο που καίει. Για να μη πω ότι το έκανε ακόμα πιο ελκυστικό. Ίσως στο πιάτο μας να είχε λίγο παραπάνω λαδάκι απ’ όσο θα έπρεπε αλλά δεν μας χάλασε καθόλου. Η ζύμη του είχε ψηθεί πολύ καλά και είχε κάνει την ιδανική κρούστα.

Φάγαμε ακόμα και τα τριμματάκια που βρέθηκαν στο πιάτο μετά το κόψιμό του. Η τιμή του στα 5,5€. Ήταν το μέχρι στιγμής πιο ακριβό ορεκτικό, αλλά το μέγεθος και η γεύσης του δικαιολογούσε και το τελευταίο cent.

Μετά ήρθαν τα κυρίως. Μία χοιρινή μπριζόλα και μία μερίδα πανσέτες. Η δεύτερη ήρθε με 3 μεγάλα τεμάχια. Όταν την παραγγείλαμε μας ρώτησε αν την θέλουμε ως κυρίως, οπότε μάλλον θα την έχουν και σε μικρότερη ποσότητα για ορεκτικό. Ήρθαν σε μεταλλικούς μακρόστενους δίσκους, με τηγανητές πατατούλες (τι ρωτάτε, υπήρχε περίπτωση εκεί να έχουν κατεψυγμένες?! ) και το λεμονάκι τους. Οι μερίδες επίσης χορταστικότατες. Καλά ψημένα και χωρίς εκπλήξεις. Αυτό περιμέναμε, αυτό μας προσφέρθηκε.

Τα κρέατα ετοιμάζει ο ψήστης που βρίσκεται στο δωμάτιο πάνω στον δρόμο και η σερβιτόρα τα παίρνει και τα πάει στην κουζίνα για να προσθέσουν τις πατάτες. Η τιμή τους? Στα 7 € το καθένα. Άψογα!
Κι ενώ νοιώθαμε ότι έχουμε τερματίσει τις αντοχές μας και γουργουρίζαμε σαν ικανοποιημένες γάτες στο πατάκι μπροστά από το τζάκι, προσγειώθηκαν στο τραπέζι μας δύο μεγάλα κομμάτια σιμιγδαλένιου χαλβά, ευγενική χορηγία του καταστήματος.

Για όλα αυτά κληθήκαμε να πληρώσουμε λιγότερα από 32€. Η απόδειξη ήρθε κανονικά, μαζί με το δελτίο παραγγελίας που έβλεπες τις μεμονωμένες τιμές τους (την πήρα μαζί μου και κανένας δεν με κυνήγησε για να την επιστρέψω όπως είχε γίνει σε τουριστικό σουβλατζίδικο στου Ψυρρή).

Η παραγγελία είχε δοθεί στα τυφλά και χωρίς τη βοήθεια καταλόγου και πραγματικά δεν είχαμε ιδέα για το τι μας περιμένει από τιμές, οπότε η έκπληξη των χαμηλών τιμών ήταν απολύτως ευπρόσδεκτη.

Την επίσκεψή μας και την πολύ θετική μας εντύπωση επισφράγισε το χαμογελαστό ξεπροβόδισμα τους και το εγκάρδιο «ευχαριστούμε» που μας χάρισαν, λαμβάνοντας το ειλικρινέστατο «Εμείς ευχαριστούμε» που ανταποδώσαμε.

Το ίδιο απόγευμα, όταν το έψαξα περισσότερο στο διαδίκτυο, έμαθα ότι ο Μάνθος που είχε ξεκινήσει αυτό το ταπεινό ταβερνάκι δεν «υπάρχει» πια. Χάθηκε στα 40 του από το 2009 από την επάρατη νόσο. Την προσπάθειά του συνεχίζει η σύζυγός του, με μεγάλες δυσκολίες φαντάζομαι γιατί εκτός τις σκληρές εποχές που διάγουμε είναι και κρυμμένο και αποκομμένο από την μεγάλη κίνηση και τα «φώτα». Όμως αυτό το πείσμα του να παραμένει εκεί και να συνεχίζει ταπεινά τον δρόμο του, με συγκινεί, με εμπνέει και με ενθαρρύνει. Αν θέλετε την άποψή μου, αυτή η προσπάθεια αξίζει επιβράβευση και υποστήριξη. Όχι χαριστικά, αλλά γιατί πραγματικά την διεκδικεί με το σπαθί της.

Για τα δικά μου δεδομένα και σύμφωνα με το είδος του μαγαζιού και την κουζίνα του, θα μπορούσα να βάλω και «4» στη γεύση. Νοιώθω λίγες ενοχές που έβαλα «3», αλλά το έκανα κυρίως για να μη δημιουργήσω μεγάλες προσδοκίες στους νέους επισκέπτες τους για τα όσα μπορούν να προσφέρουν. Εμένα στο μυαλό μου και στη συνείδησή μου, οι γεύσεις τους αξίζουν ακόμα και το «4» αφού κανένα από τα πιάτα τους όχι απλώς δεν μας απογοήτευσε, αλλά μας ικανοποίησε πλήρως.

Αν βρεθείτε προς τα μέρη τους ή αν θέλετε να συνδυάσετε τη βόλτα σας στην Πάρνηθα με καλό φαγητό, δώστε του μια ευκαιρία. Εμείς ήδη σκεφτόμαστε την επόμενη επίσκεψή μας χωρίς αυτοκίνητο αυτή τη φορά για να πιούμε ότι και όσο τραβάει η ψυχή μας…

Όπως κάνω πάντα, έχω ήδη κλέψει ιδέες για την επόμενη παραγγελία μου. Σε αυτή θα υπάρχει οπωσδήποτε και ένα πιάτο προβατίνας γιατί αυτή που πρόσφεραν σε διπλανό μας τραπέζι, τριγυρίζει ακόμα στη σκέψη μου.