Πρόσθεσε τον στους Έμπιστούς σου!
Ελληνική κουζίνα - Πατήσια, Αθήνα
Απρ
08
2016
+/-
Γεύση
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 0
3
Εξυπηρέτηση
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4
4
Χώρος
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 0
3
Value for money
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 0
3
€/Άτομο
-

Κείμενο εκτός κριτικής του εστιατορίου στενά μιλώντας:

Ήταν τέλη της δεκαετίας του ‘80 όταν η Πρωτοψάλτη σε στίχους Ξανθούλη τραγουδούσε:
«Βασιλική μετά τρούλου μες στα Εξάρχεια,
μες στα φρικιά, μες στους αγίους
και τους αγγέλους,
Μείνε βασίλισσα του σκότους
και του τέλους. »

Τέλη της δεκαετίας του ’80 πέθαινε μια εποχή και γεννιόταν μια άλλη. Έκλεινε η πρώτη φάση της μεταπολίτευσης. Σύντομα θα κατέφθαναν αλλοδαποί να υλοποιήσουν το γρηκ δρημ, οι οποίοι θα έπρεπε να μείνουν κάπου… Τότε έμεινε κι ο Άγιος Λουκάς, χτισμένος από τον Τσίλλερ, όπως και η Μητρόπολη των Αθηνών, και αγιογραφημένος –εν μέρει- από τον Κόντογλου, να φυλάττει Θερμοπύλες, ευαγγελιζόμενος ένα καλλίτερο μέλλον.
Από το 1870 που ολοκληρώθηκε είδε τα Πατήσια από ανθόκηπο των Αθηνών, αρδευόμενο με τα πλούσια πηγάδια και τα νερά του Ποδονίφτη, να γίνεται ένα προάστιο για εύπορες οικογένειες όπως πιστοποιεί το 1955 ο Κακογιάννης στην Στέλλα, βάζοντας τον Αλεξανδράκη να λέει με εμφανή την ανία του μεγαλοαστού ότι γράφει βιβλίο με τίτλο «Πλήξη στα Πατήσια».

Είδε τα Πατήσια να μετατρέπονται σε ραχοκοκαλιά μιας ανερχόμενης και αισιόδοξης αστικής τάξης καθώς στα 1963 οικοδομείται η πρότυπος πολυκατοικία Χαρά, με χρηστικό παιχνίδισμα μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού χώρου, από όπου πήρε το όνομά του το φημισμένο ζαχαροπλαστείο που στεγάζεται στο ισόγειό της. Είδε δε την κατάπτωση, την παρακμή, την υποχώρηση της αστικής τάξης σε μακρινά προάστια. Πίσω έμενε όποιος –για οποιονδήποτε λόγο- δεν μπορούσε να φύγει. Φρικιά, άγιοι και άγγελοι…

Ο Άγιος Λουκάς δεν έμεινε τελείως μόνος να ευαγγελίζεται το καλλίτερο μέλλον. Ακριβώς δίπλα του υπήρχε καφενείο, από το 1888, για να πίνουν οι θεοσεβούμενοι Πατησιώτες το καφεδάκι τους μετά την εκκλησία. Οι αδερφοί Μαρτίνη είχαν ψητοπωλείο πιο κει στον κινηματόγραφο Select (σήμερα Μαρινόπουλος, όπως το Ράδιο Σίτυ έγινε Βασιλόπουλος και το Pigalle, μπιλιαρδάδικο και μετά, Lidl, ίσως η Άντζελα γίνει Σκλαβενίτης…). Μα τέλη εξήντα νοίκιασαν το πρώην καφενείο και γίναν γείτονες του Αγίου. Από τέλη της δεκαετίας του ‘80 η γειτονιά σε ελεύθερη πτώση. Κλείσαν σινεμάδες θερινοί τε και χειμερινοί, κατεδαφίστηκε του Φιξ, ερείπωσε ο Δρακόπουλος, πέθαναν ή φύγαν οι τελευταίοι ευπατρίδες (Προβελέγγιος, Σαμαράκης, Κόντογλου, Πικιώνης, Γληνός, Γιανναράς λίγοι από τους γνωστούς Πατησιώτες).

Οι κάτοικοι αλλάζαν τόσο γρήγορα που δεν προλάβαιναν να πονέσουνε τον τόπο που έγινε απλά τοπίο.
Πριν από κάποια χρόνια η οικογένεια Μαρτίνη αποφάσισε να σπάσει τον φαύλο κύκλο της μιζέριας και να επενδύσει στην περιουσία της προσλαμβάνοντας μία σχεδιάστρια που έχει δουλέψει στο Πεντελικόν και στο Pil Pul. Η επένδυση φαίνεται να αποδίδει (σε αντιδιαστολή με τις αρπαχτές που σπανίως αποδίδουν σε βάθος χρόνου). Είναι ένα ψητοπωλείο-ταβέρνα που φαίνεται να πηγαίνει καλά.
Για μας –τους από εκεί καταγόμενους αλλά και εκεί διαμένοντες, τους ιθαγενείς- η ανακαίνισή του είναι λόγος συγκινήσεως καθώς η περιοχή τώρα φαίνεται –τουλάχιστο- να ισορροπεί ή τέλοσπάντων αναχαιτίζεται η μιζέρια της πτώσης.

Κριτική αφορώσα τον Μαρτίνη, στενά μιλώντας:

Μιλάμε για ένα ψητοπωλείο–ταβέρνα. Στα Πατήσια. Επί της Πατησίων. Μαρκετίστικα παίζει το χαρτί της παλιάς, με αστική γοητεία (βλ. Μπουνιουέλ), Αθήνας και γουστάρω. Και το παίζει καλά. Και του πάει. Ο χώρος δεν είναι εντυπωσιακός, είναι όμως εμφανώς δουλεμένος με γούστο και λειτουργεί ως μια γέφυρα μεταξύ του σύγχρονου και του κλασικού αστικού οικήματος. Έχει οπωσδήποτε άποψη. Στερείται λίγο αυθεντικότητας καθώς είναι σαφές ότι έχει παρέμβει designer αλλά επουδενί δεν καταλήγει δήθεν. Παίζει με λευκό, γκρι και κάποιες μαύρες λεπτομέρειες. Έχει κάποιους καθρέφτες προκειμένου να ανασάνει λίγο ο χώρος. Λευκά υφασμάτινα τραπεζομάντηλα δίνουν μια αίσθηση αρχοντιάς.

Στο ένα κομμάτι του μαγαζιού (μπαίνοντας και αριστερά) κυριαρχεί η ψησταριά και οι σούβλες όπου οι ψήστες με τις λευκές στολές τους υπενθυμίζουν αυτό που θέλει να δηλώσει το μαγαζί: νιώθει και είναι βασικά ψησταριά. Όχι σουβλατζίδικο (αν και έχει εξαιρετικά τυλιχτά και άριστα καλαμάκια), όχι χασαποταβέρνα, είναι rotisserie. Η βόλτα της Κυριακής των παλιών Αθηναίων για μπύρα και κοντοσούβλι.
Δεν αμελεί όμως και τα μαγειρευτά (κι αυτά στην βιτρίνα της εισόδου λίγο πιο κει). Άριστο και μέλι αρνάκι φρικασέ, συμπαθητικά σουτζουκάκια (λίγο πιο μπιφτεκένια από ότι πρέπει για σουτζουκάκι και λίγο περισσότερο βραστά), πάρα πολύ καλά λαδερά – κοκκινιστά.

Άνευ αιδούς θα πω ότι αναδεικνύεται και σε ένα από τα καλλίτερα σουβλάκια της περιοχής έχοντας αφήσει πίσω τους Μερακλήδες ή τον Διόνυσο της Κυψέλης (που στήριξαν γενιές και γενιές σουβλακοφάγων), συγκρινόμενος μόνο με μαγαζιά στυλ Μπαρμπαδήμου (ο οποίος ‘χάνει’ στα τυλιχτά αλλά τα υπόλοιπα είναι σαρωτικά). Καλαμάκι κοτόπουλο από τα καλλίτερα εν Αθήναις (μετά τον Μπαρμπαδήμο), πολύ καλό χοιρινό καλαμάκι. Πάρα πολύ καλό, επίσης, κοντοσούβλι.
Κρασί Ζίτσα (και το λευκό και το κόκκινο). Πρακτικά, σίγουρα δεν είναι συνοικιακός ξυδιάς αλλά δε νομίζω ότι αριστεύει.

Η εξυπηρέτηση (τόσο εκεί όσο και στο delivery, ναι, δουλεύει πολύ delivery) είναι η αναμενόμενη. Επαγγελματισμός κι ευγένεια. Αποδείξεις κομπλέ. Νεράκι κανάτας. Να πω εδώ, γιατί δεν ξέρω που αλλού να το πω, ότι μου αρέσουν και τα μαχαιροπήρουνα.
Τιμολογιακά δεν είναι μαγαζί του τσάμπα, ούτε όμως θα νιώσεις εκνευρισμό ή αδικία όταν έρθει ο λογαριασμός. Είναι λογικές τιμές για την επένδυση και το μέρος.
Να προσθέσω ότι δεν έχω κάτσει έξω και, θεωρητικά, ο κήπος του είναι ατού.

Το πρόβλημα της ταυτότητας (κείμενο έμμεσα σχετιζόμενο με το εστιατόριο):

Μία από τις μαγκιές του Μαρτίνη είναι η ταυτότητά του: η απενοχοποίηση και επανίδρυση του όρου ψησταριά. Το μαγαζί δεν είναι μεζεδοπωλείο ή τσιπουράδικο (που είναι τόοοοσο της μοδός). Προκειμένου να μην ακολουθήσει ταυτότητες άλλων επανίδρυσε μία ξεχασμένη ταυτότητα που ρέει όμως στο DNA της σούβλας του. Είναι ψησταριά. Όπως τα μαγαζιά που λειτουργούσαν στην εκεί περιοχή προ εκατό ετών.
Παίρνει την ψησταριά (εμμένω στον όρο rotisserie καθώς είναι περισσότερο η σούβλα και λιγότερο η σχάρα που συμβάλλει στη φήμη του μαγαζιού) από αυτό που κατάντησε τις δεκαετίες του ‘70 και του ‘80 και προσπαθεί να υπενθυμίσει ότι η ψησταριά ήταν μια χαρά για μια οικογενειακή έξοδο καθώς υπήρχε και η αστική της εκδοχή, όχι μόνο η βουκολική.

Δεν είναι απαραίτητη η αισθητική «γκλίτσα-τσαρούχι-πούρο για επί κοντώ-κινητό σε μέγεθος βιτρίνας» και βουνά από παϊδάκια με τζατζίκι. Μπορούνε να πάνε παρέες φίλων και να συζητήσουν τρώγοντας. Μπορεί να βγει και μια οικογένεια και οι μισοί να φάνε κάτι μαγειρευτό ενώ οι άλλοι κάτι ψητό. Ο Μαρτίνης δίνει μάχη σε δύο μέτωπα. Και στο μέτωπο της ταυτότητας, προσπαθώντας (και καταφέρνοντας) να μας πείσει ότι μαγειρευτά και ψητούλια είναι κομμάτι της ταυτότητάς μας αλλά και στο μέτωπο της τοπογεωγραφίας λέγοντάς μας ότι η Πατησίων θα ζήσει ξανά.
Σε κάθε περίπτωση είναι ένα μαγαζί που λειτουργεί με λόγο και σκέψη πίσω από το γιατί και πως υπάρχει. Δεν λέω ότι είναι μαγαζί υψηλής γαστρονομίας. Λέω όμως ότι ενσωματώνει πράγματα που δεν χωράνε στις ανωτέρω ντοματούλες στενά μιλώντας. Και μπράβο του, κατά Βουλαρίνο.