Πρόσθεσε τον στους Έμπιστούς σου!
Σουβλάκι & Σχάρα - Σταμάτα & Άνοιξη, Αθήνα
Μαι
08
2016
+/-
Γεύση
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4
4
Εξυπηρέτηση
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4
4
Χώρος
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 0
3
Value for money
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4
4
€/Άτομο
10-16

Κυριακή Αποκριών και ακολουθώντας την παράδοση των τελευταίων χρόνων, εγώ και η παρέα μου αποφεύγουμε το κέντρο των Αθηνών και παίρνουμε του λόφους, τα βουνά και τα λαγκάδια.

Για αυτήν την εξόρμησή μας επιλέξαμε να πάμε στην λίμνη του Μαραθώνα και να κάνουμε μία μίνι πεζοπορία στις όχθες της. Ο καιρός συννεφιασμένος αλλά όχι κρύος, ιδανικός για κάτι τέτοιο.

Όταν φτάσαμε μας περίμενε μία δυσάρεστη έκπληξη αφού οι όποιες προσβάσεις στις παράκτιες διαδρομές της λίμνης ήταν κλεισμένες και σφραγισμένες με απαγορευτικά εισόδου. Τότε ήρθε στο μυαλό μας ο Ηλίας Ψινάκης που έχει σχολιάσει το ότι παραμένει εντελώς ανεκμετάλλευτη αυτή η περιοχή. Ότι θα μπορούσε να διαμορφωθεί έτσι ώστε να φιλοξενεί οικογένειες, περιπατητές και ποδηλάτες. Όμως αυτά είναι καταστάσεις που έχουν την χαρά και ευτυχία να χαίρονται –δυστυχώς- σε άλλες χώρες. Εμείς πάλι στην απ’ όξω. Και μην ακούσω για την κρίση και την οικονομική στενότητα γιατί η λίμνη δεν «ρίζωσε» εκεί την τελευταία πενταετία…
Πάντως, όταν απομακρυνθήκαμε από εκεί, μας δόθηκε η δυνατότητα να χωθούμε σε μερικά μονοπάτια και να χαρούμε την φύση που στο ανοιξιάτικο ξύπνημά της είχε αρχίσει ήδη τα μεγάλα κέφια της.

Μετά την βόλτα μας κι ενώ η πείνα μας είχε βαρέσει κόκκινο, αρχίσαμε απεγνωσμένα να ψάχνουμε στο διαδίκτυο για κανένα ταβερνάκι στις γύρω περιοχές. Η κινητή τηλεφωνία και το απλόχερα διαδεδομένο 3G που απ’ ότι έχω καταλάβει ισχύει μόνο στις διαφημίσεις, δεν ήταν σύμμαχός μας. Στο μέσο του πουθενά που ο σνόμπ πολιτισμός έχει γυρίσει την πλάτη του επιδεικτικά, σηκώναμε το κινητό μας στον αέρα σαν άλλοι Tom Hanks στον Ναυαγό, μήπως και καταφέρουμε να κάνουμε την δουλειά μας. Στις ελάχιστες στιγμές αναλαμπής, εντοπίσαμε ένα ταβερνάκι στην περιοχή της Σταμάτας. Οι προσπάθειες μας να μπούμε στο Ask4food και να πάρουμε πληροφορίες απέβησαν άκαρπες. Αυτό όμως δεν μας πτόησε κι έτσι βάλαμε πλώρη για το «Αμυγδαλέζα». Και να σας πω και κάτι? Καλύτερα!!! Όταν κατά την επιστροφή μας διάβασα τις κριτικές τους που μόνο θετικές δεν θα τις έλεγε κάποιος, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να μας απέτρεπαν από το να το επισκεφτούμε. Σέβομαι απόλυτα την άποψη των χρηστών που έχουν ανεβάσει κριτικές για το «Αμυγδαλέζα» αλλά δεν θα το ρίξω απλά και μόνο στην τύχη μας το ότι εμείς είδαμε ένα άλλο, καλύτερο πρόσωπό τους.

Βάλαμε τα στοιχεία στο GPS μας και ξεκινήσαμε. Όμως η ταλαιπωρία μας δεν σταμάτησε ούτε εκεί. Μετά από άπειρα «turn right», «turn left», ερωτήσεις σε ευγενέστατους και πλακατζίδες βενζινοπώλες, κακοτράχαλους ανηφοροκατηφορικούς χωματόδρομους που και τρακτέρ να είχες δεν θα κατάφερνες να διαβείς (απορώ που αυτοί οι δρόμοι είναι καταχωρημένοι σε αυτήν την εφαρμογή! ) βγήκαμε ανακουφισμένοι στην Μεγάλου Αλεξάνδρου που βρίσκονταν ο προορισμός μας. Στο μυαλό μας είχαμε στήσει μία εικόνα για ένα μικρό και ήρεμο ταβερνάκι στο μέσο του πουθενά. Κάτι σαν το Μικρό σπίτι στο Λιβάδι, για όσους από εμάς ανήκουν στους «παλαιότερους».
Αντί γι αυτό, βρεθήκαμε μπροστά από μία μεγάλη, οικογενειακή ταβέρνα σε έναν δρόμο με πλούσια εξοχικά. Μας έπιασαν τα γέλια όταν είδαμε τις Porsche cayenne και τα τελευταία μοντέλα BMW που ήταν παρκαρισμένα από έξω αλλά και σε όλο το μήκος του δρόμου και μετά κοιτάξαμε τον εαυτό μας με τις φόρμες και τα αθλητικά παπούτσια. Λέτσοι αλλά ακομπλεξάριστοι, τρέξαμε μέσα στο παγωμένο ψιλόβροχο που είχε αρχίσει πλέον να πέφτει, για να φτάσουμε στην πόρτα του.

Όλη η περιοχή μύριζε τσίκνα και αναμμένο τζάκι. Δίπλα στην είσοδό τους μπορείτε να παρατηρήσετε ένα τεράστιο κλουβί με καρδερίνες (ή όπως τις λέγαμε στον τόπο που πέρασα τα παιδικά μου χρόνια «στραγαλίνια» & «τουρκοπούλες»), σπίνους, φλώρους και καναρίνια.
Όταν περάσαμε την ξύλινη είσοδό τους, νοιώσαμε μία γλυκιά θαλπωρή να μας περιβάλει αλλά ταυτόχρονα ανακαλύψαμε ότι παρά την τεράστια σάλα που απλώνονταν μπροστά μας, υπήρχε μεγάλη περίπτωση να μη βρούμε τραπέζι παρόλο που ήμασταν δύο μόνο άτομα. Στον τόσο πολύ κόσμο τους στηρίζω το ότι έχουν κερδίσει επάξια το κοινό τους.
Εκείνη την στιγμή ήρθε προς το μέρος μας ένας κύριος για να μας καλωσορίσει και να μας εξυπηρετήσει. Σταθήκαμε τυχεροί αφού όχι μόνο μας έδωσε το ένα και μοναδικό, ελεύθερο τραπέζι τους αλλά και γιατί αυτό ήταν 2 μέτρα μακριά από το τζάκι τους. Αν δεν κάνω λάθος, ο κύριος που μας προϋπάντησε ήταν ο ιδιοκτήτης. Στην συμπεριφορά του διαβάζεις εμπειρία χρόνων.
Οι πελάτες κατά κύριο λόγο απαρτίζονταν από οικογένειες. Άφθονα ανήλικα που άλλα κάθονταν στο τραπέζι τους κι άλλα σουλάτσαραν στον χώρο, τα οποία όμως παραδόξως ήταν πάρα πολύ ήσυχα. Τα περισσότερα από αυτά κοίταζαν σαν υπνωτισμένα τις φλόγες στο μεγάλο τζάκι που δεσπόζει στο κέντρο της σάλας τους. Γύρω μας βλέπαμε παρέες στις οποίες τρώγανε μαζί το νεότερο ζευγάρι, ο παππούς, η γιαγιά και τα εγγονάκια τους. Τι πιο γλυκό από το να περνάει το μεσημέρι της Κυριακής μία οικογένεια μαζί.

Σχολιάσαμε το πόσο ξεχωριστό δέσιμο υπάρχει στην ελληνική οικογένεια. Γιατί μπορεί να με βρίσκει επίσης σύμφωνο το ότι στο εξωτερικό οι γονείς αφήνουν τα παιδιά τους να ανεξαρτοποιηθούν και να τα βγάλουν πέρα μόνα τους με το που θα περάσουν την ηλικία των 20 χρόνων, από την άλλη όμως με θλίβει το ότι μπορεί η οικογένεια να βρεθεί πάλι όλη μαζί σε γιορτές όπως το Thanks Giving (και αν…). Για να λέμε και του στραβού το δίκιο, ο Έλληνας γονέας βλέπει τα παιδιά του λίγο και σαν επένδυση. Έχει να κάνει λίγο με την εξίσωση «σε φροντίζω εγώ μέχρι τα 30 σου (και βάλε) αλλά εσύ με γηροκομείς».
Ξεκινάω με τον χώρο. Μεγάλος και χωρισμένος σε δύο επίπεδα. Απ’ ότι κατάλαβα το κάπνισμα επιτρέπεται μόνο σε όσους κάθονται λίγο μετά την είσοδό τους. Ίσως γι αυτό είχε περισσότερα παιδάκια στα ενδότερα που καθόμασταν εμείς.

Το σίγουρο είναι ότι εκεί μέσα δεν έχει πατήσει ποτέ το πόδι του διακοσμητής. Κι αν πάτησε, μάλλον τον βγάλανε μισολιπόθυμο σε φορείο. Πάτωμα από μωσαϊκό, ξύλινο ταβάνι που θυμίζει σάουνα, ντεμοντέ πίνακες με θεματολογία «ότι να ΄ναι». Καράβια που θαλασσοπνίγονται, τοπία από τη Σαντορίνη, ο Παρθενώνας, Αιγυπτιακές τοιχογραφίες, αφηρημένη μοντέρνα τέχνη. Ένας εικαστικός πανικός!! Αχταρμάς! Το σύνολο συμπλήρωναν τα αποκρουστικά –για εμένα- βαλσαμωμένα ζωάκια, σκονισμένα πλέον άψυχα κουφάρια πάνω σε ράφια και μερικά αποκριάτικα στολίδια. Λίγο κιτς το μεγάλο, στρογγυλό τζάκι τους με τις Διονυσιακές ζωγραφιές αλλά βοηθούσε άκρως θετικά τον χώρο. Τα τραπεζοκαθίσματα κι αυτά μιας άλλης εποχής. Ξύλινες καρέκλες με ψάθινο «μαξιλαράκι». Αντιθέτως, οι τουαλέτες πρέπει να έχουν ανακαινισθεί πρόσφατα. Ήταν στο υπόγειό τους, πεντακάθαρες και πιο μοντέρνες από το γενικό concept του μαγαζιού.

Εντάξει… όπως καταλάβατε δεν ενθουσιάστηκα από όσα περιτριγυριζόμουνα αλλά για να είμαι ειλικρινής, ούτε και ενοχλήθηκα (εκτός των βαλσαμωμένων…). Κάπου κόλλαγαν μεταξύ τους και όλο αυτό σου έδινε γερές δόσεις από ατμόσφαιρα ταβέρνας επαρχιακής πόλης, μερικές δεκαετίες πριν. Αφέθηκα και το απόλαυσα γιατί ήταν κι αυτό μέρος της γοητείας του. Εξάλλου εμείς πήγαμε εκεί για να χορτάσουμε την πείνα μας και κάτι μας έλεγε ότι θα φάμε καλά. Σε αυτό συνέβαλαν οι κλεφτές ματιές στα πιάτα των διπλανών μας. Στον χώρο θα βάλω «3» αν και κατά την άποψή μου, πιο αντιπροσωπευτικό θα ήταν ένα «2,5». Παρασυρόμενος όμως από την σε σύνολο θετικότατη εμπειρία μου, θα σταθώ πιο ευνοϊκά προσκείμενος.
Λόγω του πανικού που επικρατούσε, φανταστήκαμε ότι θα παρουσιαστεί πρόβλημα στην εξυπηρέτηση και τους χρόνους τους. Διαψευστήκαμε απολύτως!!!! Με το που κάτσαμε, ήρθε αμέσως στο τραπέζι μας σερβιτόρος και μας έφερε μπόλικο, προσεγμένο ψωμί και εμφιαλωμένο νερό που ζητήσαμε να αντικατασταθεί σε βρύσης. Το μόνο αρνητικό ήταν ότι δεν υπήρχε κατάλογος στο τραπέζι μας οπότε δεν είχαμε ιδέα για τα πιάτα που έχουν αλλά και ούτε για τις τιμές τους. Ο νεαρός που πήρε την παραγγελία μας έκανε μία προφορική αναφορά των πιάτων τους, σημειώνοντας τις προτάσεις τους. Είχαν και μαγειρευτά αλλά εμείς ήμασταν φάση έντονης κρεατοφαγίας. Έτσι προσανατολιστήκαμε σε σούβλα.

Όσο γρήγορα παραγγείλαμε, τόσο γρήγορα ήρθαν στο τραπέζι μας τα ορεκτικά και λίγο αργότερα και τα κυρίως μας. Χωρίς υπερβολή, από τη στιγμή που κάτσαμε πρέπει να είχε ολοκληρωθεί το σερβίρισμά μας μέσα σε 15’. Σε αυτό ίσως βοήθησε το ότι δεν πήραμε κάτι «της ώρας» αλλά και πάλι το θεωρώ άθλο με τον κόσμο που είχαν. Τα άτομα που εμπλέκονταν με την εξυπηρέτηση ήταν υπεραρκετά και κάλυπταν άμεσα όλες τις ανάγκες των πελατών τους. Σωστοί επαγγελματίες.
Το 4άρι στην εξυπηρέτηση το βάζω ολόψυχα όχι μόνο για την εξυπηρέτηση που μας πρόσφεραν αλλά γιατί όταν στο τέλος ευχαριστήσαμε μία κυρία για το έξοχο γεύμα μας, πιάσαμε ψιλοκουβεντούλα, μάθαμε ότι ο ιδιοκτήτης έχει καταγωγή από Καλαμάτα (ενώ πόνταρα σε Ήπειρο) αλλά μας είπε και με ένα χαμόγελο μέχρι τα’ αφτιά ότι περνάνε πολύ όμορφα εκεί που εργάζονται. Και ποιος θα αρνηθεί ότι είναι μεγάλη μαγκιά να έχεις αυτούς που εργάζονται για εσένα ευχαριστημένους. Αυτό βγαίνει και στο service και το κάνει πετυχημένο.
Παραγγείλαμε:
• Τηγανητές πατατούλες. Φρέσκιες και από τις καλύτερες που έχω δοκιμάσει εκτός του σπιτιού μου. Τραγανιστές και χωρίς λαδίλα. Κόστισαν στα 2,85€.
• Το απαραίτητο σε αυτές τις εξόδους μας τζατζικάκι. Δυνατό, κλασικό κι επίσης «δικό» τους, συνόδεψε άψογα τις πατατούλες μας. Τιμή στα 3,30€.
• Μπατζάρια μαζί με τα μπατζαρόφυλλά τους, που είδαμε σε διπλανό τραπέζι και τα ζηλέψαμε. Πολύ σωστά βρασμένα και γλυκά σαν μέλι!! Πολύ μου αρέσει όταν βρίσκω φρέσκα μπατζάρια σε εστιατόρια κι ακόμα περισσότερο όταν μου τα σερβίρουν με τα φύλλα τους. Τιμή στα 3,4€.
Και πάμε τώρα στο βαρύ πυροβολικό!!!!

• Μία μερίδα γουρουνοπούλα. Θα ξεκινήσω με μια απορία που είχα πάντα. Γιατί είναι πάντα «γορουνοπούλα» κι όχι «γουρουνόπουλο»? Είναι πάντα φύλο θηλυκού? Έχω συνηθίσει η μερίδα να είναι γύρω στα 300 γραμμάρια. Αυτή ήταν πάνω από μισό κιλό. Αργότερα, στην απόδειξη είδα ότι ήταν 600 γραμμάρια. Λοιπόν, κυρίες, κύριοι και αγαπητά παιδιά, η γεύση της πετσούλας ήταν σε οργασμικά επίπεδα!!! Ο ψήστης τους αξίζει νόμπελ, όσκαρ, γκράμι κι ότι άλλο βραβείο υπάρχει στην πλάση. Ήταν τραγανή χωρίς να είναι σκληρή. Σωστά αλατισμένη, άψογα πιπερωμένη. Ο ουρανίσκος μου γνώρισε μεγάλες δόξες και χαρές! Γιατί καλές και οι γκουρμεδιές, αλλά η γεύση της έβαζε κάτω πολλά πιάτα που έχω δοκιμάσει σε ακριβά εστιατόρια. Στην μερίδα μας δεν υπήρχε ούτε ένα κοκκαλάκι. Ήταν μόνο ζουμερό, καλοψημένο ψαχνό. Ακόμα και τα ελάχιστα λιπάκια που άλλες φορές βάζω απαξιωτικά στην άκρη (έστω κι αν σπαράζει η καρδιά μου! ), ήταν άκρως απολαυστικά. Αυτό το πιάτο με ξετρέλανε!!!! Θα μπορούσα να μιλάω για ώρες γι αυτό το πιάτο αν μπορούσα να αντισταθώ στην σιελόρροια που με κατακλύζει κάθε φορά που το φέρνω στο μυαλό μου, όπως και τώρα που το σχολιάζω. Κόστισε 10€ (απ’ ότι είδα στην απόδειξη, η γουρουνοπούλα κοστίζει στα 17€ το κιλό).
• Μια μερίδα κοντοσούβλι. Με μεγάλη μου χαρά, δεν είχε σχέση με το κοντοσούβλι που βρίσκουμε συνήθως και που είναι μία λίγο μεγαλύτερη μορφή από ένα χοιρινό καλαμάκι. Μου θύμισε την «σούβλα» που έχω φάει στην Ήπειρο και την Κύπρο. Μεγάλα κομμάτια από χοιρινό, με καρυκεύματα και φρέσκια ντομάτα. Επίσης πολύ μαλακό, ζουμερό και καλοψημένο. Χωρίς κάποιο συνοδευτικό όπως ρύζι ή πατάτες. Νόστιμη σάρκα, τακτικά τοποθετημένη στο πιάτο μας που άδειασε γρήγορα από τα πιρούνια μας που είχαν πάρει φωτιά!! Στα 6€.

Στο τέλος μας πρόσφεραν αξιοπρεπέστατη σοκολατόπιτα και χαλβά από σιμιγδάλι, κλείνοντας ακόμα πιο θετικά και γλυκά αυτό μας το γεύμα.
Όταν ζητήσαμε τον λογαριασμό, μας ρώτησαν από μόνοι τους αν θέλουμε να πληρώσουμε με μετρητά ή με κάρτα! Σε ένα ακόμα σημείο που τους βρήκα άψογους!
Παρατήρησα ότι στον λογαριασμό είχαν χρεώσει το εμφιαλωμένο νερό που είχαμε εξ αρχής επιστρέψει αλλά δεν μπήκα καν στη διαδικασία να τους το αναφέρω γιατί τα 32€ που πληρώσαμε για ένα τόσο νόστιμο και χορταστικό γεύμα μου είχαν φτιάξει ακόμα περισσότερο τη διάθεση. Φυσικά, αυτό το λαθάκι δεν μας απέτρεψε να τους αφήσουμε επιπροσθέτως κι ένα γερό πουρμπουάρ αφού αποχωρήσαμε κατευχαριστημένοι!
Γυρίζοντας ανακαλύψαμε ότι η πρόσβαση στο «Αμυγδαλέζα» είναι άκρως πιο γρήγορη και εύκολη εάν ακολουθούσαμε άλλη διαδρομή.

Ήδη το έχουμε διαφημίσει στην παρέα μας και περιμένουμε την από κοινού ελεύθερη μέρα μας για να το ξαναεπισκεφτούμε, ευχόμενοι να επιβεβαιώσουν για μία ακόμα φορά την θετικότατη αρχική εντύπωση!!