Πρόσθεσε τον στους Έμπιστούς σου!
Ταβέρνες & Ψητοπωλεία - Πατήσια, Αθήνα
Μαι
27
2016
+/-
Γεύση
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 0
3
Εξυπηρέτηση
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 0
3
Χώρος
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4
4
Value for money
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4
4
€/Άτομο
10-16

Σάββατο βράδυ 21-5-2016 αποφασίσαμε με ένα ζευγάρι πρωτίστως φίλων να πάμε να πιούμε δυο κουβέντες. Ο αρχικός στόχος αφορούσε την εξωτερική αυλή του εδώ καταστήματος, η οποία είναι ο εθνικός κήπος των ταβερνών της Αθήνας αλλά ο καιρός μας ‘πρόδωσε’ και μας ανάγκασε να περιοριστούμε στο εσωτερικό που είναι απλά όμορφο.

Αν σ’ αρέσουν οι ψηλοτάβανες, ευρύχωρες, μονοκατοικίες και οι όμορφοι δροσεροί κήποι τότε είναι ένα από τα μαγαζιά που θα σου κάνουν κλικ. Μέσα έχει κομμάτια που η πέτρα του τοίχου είναι εμφανής και μάλιστα περασμένη λούστρο και ξύλο ενώ μικρά καδράκια με ασπρόμαυρες φωτογραφίες δίνουν τόνο. Υπάρχουν και κάποια (λίγα) διακοσμητικά στοιχεία μην αφήνοντας τον χώρο να φορτώσει πολύ. Επίσης, καιρό είχα να ακούσω Μητροπάνο έξω. Θα μπορούσα να πω ότι από μουσική παίζει ό, τι σιγοτραγουδάει ένας σαραντάρης plus όταν είναι μόνος. Όχι δεν παίζει Sabbath.

Θα είμαι απολύτως ειλικρινής λέγοντας ότι το ατού του δεν είναι η γαστρονομία αλλά ο χώρος και κυρίως αυτός του κήπου. Δε υστερεί η κουζίνα απλά δεν έχει το κάτι παραπάνω ή αυτό που θα σε εμπνεύσει. Συγκεκριμένα πήραμε:

- Μία σαλάτα πολίτικη. Ήπια και γενικής αποδοχής. Δι’ εμέ αυτό δεν συνιστά πολίτικη αλλά μία ενδιαφέρουσα παραλλαγή του λαχανοκαρότου. Τα υλικά ήταν όλα όμορφα και φρέσκα απλά δεν ήταν πολίτικη, δεν είχε μείνει με ξύδι κι αλάτι να ‘τουρσέψει’, έλειπε το σκόρδο και το μπούκοβο. Στα 4,50€ την λογίζω ως μια ευχάριστη –και μάλιστα ζωντανή και φρέσκια- λαχανοσαλάτα.

- Μία μελιτζάνα ψητή με κρεμμύδι, σκόρδο και κεφαλοτύρι. Συμπαθέστατη. Στα 4,00€.

- 2 Πατάτες τηγανιτές. Κομμένες ροδέλες και φρέσκιες. Πολύ ωραίες. 3,00€ έκαστη. Σερβιρισμένες σε πήλινο.

- Μία (χοιρινή) τηγανιά χωριάτικη. Με λιαστή ντομάτα, φέτα και μπούκοβο. Πολύ καλή. Στα 6,80€.

- Κοτόπουλο σαγανάκι με μουστάρδα, φέτα και λεμόνι. Πολύ ωραίο στα 6,50€.

Ένα από τα χαρακτηριστικά του καταστήματος είναι ότι παραγγέλνεις κρεατικά με το τεμάχιο, τα οποία σερβίρονται όλα μαζί σε ξύλινη τάβλα με λαδόκολλα, πάνω σε λεπτές φέτες ψωμιού με λίγο κρεμμύδι και ντομάτα. Έτσι πήραμε:

- Καλαμάκια* χοιρινά Χ 4 Χ 1,70€ (=6,80€). Ήταν από τα ωραιότερα καλαμάκια.

- Πανσέτα χοιρινή Χ 4 Χ 2,00€ (=8,00€). Πολύ ωραία αλλά πανσέτα. Η πανσέτα είναι πανσέτα. Το ταβάνι της είναι η μετριότητα.

- Σουτζουκάκι Χ 4 Χ 1,20€ (=4,80€). Κρουστός, ωραίος, κιμάς λίγο περισσότερο ψημένος από το πρέπον.

- Σφουγγαρόψωμο (υιοθετώντας τον σπαρταριστό όρο της φιλτάτης Χρυσανθεμάκι) στα 4,00€.

- Κόκκινο ημίγλυκο προς 3,50€ το μισό λίτρο. Συμπαθέστατο κρασί ταβέρνας. Ήπιαμε όχι λίγο και ήμασταν όλοι καθαροί την επομένη.

- Νερό μπουκάλι 1,00€.

- Κερασμένα γλυκάκια (καζάν ντιμπί, κορμός, πορτοκαλόπιτα κτλ) τα οποία ήταν όλα καλά χωρίς να είναι αυτό του οποίου η ανάμνηση θα σου έρθει την ώρα που μονολογείς «ώρε να είχαμε τώρα ένα/μία…»

Η εξυπηρέτηση ήταν φιλική και ζεστή. Μάλιστα όταν μέσα στον πυρετό του Σαββατόβραδου (το μαγαζί είχε γεμίσει και τους δύο ορόφους καθώς καιρού μη επιτρέποντος η αυλή δεν φιλοξένησε κανένα) ξεχάστηκε η δεύτερη μερίδα πατάτες για μισή ώρα ήρθε με ένα μισόκιλο κρασάκι κερασμένο και την συγγνώμη του σερβιτόρου.

Το όλον (μαζί με τις επαναλήψεις του οίνου) εκόστισε 67,90€. Ήτοι σχεδόν 17 ευρώ ανά κεφάλι (το στόμα είναι στο κεφάλι βλέπεις). Αλλά μείον τα κρασάκια είμεθα στα 14,35€ κατά κεφαλήν. Φαγητό περίσσεψε. Ποιότης υλικών θα πω σχεδόν 4/4, μαγειρική 3/4 και μάλιστα όχι από τα υψηλά (ας πούμε 60%-65%) με κόστος όμως 14 ευρώ το κεφάλι στο συγκεκριμένο μέρος νομίζω ότι δικαίως στο VfM μπορεί να πάρει ένα 4/4.

Τι με χάλασε; Το κόστος του ψωμιού, το εμφιαλωμένο νερό και το ότι δεν είχε μηχάνημα (POS) για να πάρει κάρτα. Τι μου άρεσε; Η φιλική και ανοιχτή-καθημερινή αριστοκρατικότητα του χώρου, η απλή και ρέουσα κουζίνα (γεύσεις που σε άφηναν να επικεντρωθείς στην παρέα σου, δεν εκβίαζαν την προσοχή σου), το συμπαθέστατο κρασί, η φιλική εξυπηρέτηση και το ότι μου φάνηκε ειλικρινές το αναγραφόμενο στην απόδειξη (που ερχόταν άμα τη παραγγελία) ποσό. Μου αρέσει επίσης ότι ιδιοκτήτης (βλ. κατωτέρω) κατήγγειλε και εξωτερίκευσε ότι τον διπλάρωσαν, δηλαδή απείλησαν, για προστασία και η στάση του βοήθησε στην σύλληψη του "Σουηδού" και του "Αρκούδου". Ξέρω καλλίτερα που πάνε τα λεφτά μου όταν πληρώνω σε τέτοια μαγαζιά.

Αν αξίζει να πας; Καλοκαίρι ασυζητητί ναι. Ιδανική ώρα θα έλεγα δε κατά τις 20:00, ή και νωρίτερα, να προλάβεις και τα χρώματα της δύσης. Χειμώνα αν σου κάνει κλικ ένα τέτοιου είδους μέρος και μένεις από Νέο Κόσμο μέχρι Μαρούσι. Παρκάρισμα μετρίως τριγύρω αλλά δύσκολα επί της Λασκαράτου.

OUTRO χωρίς να έχει προηγηθεί INTRO:
«Όμορφή μου Αθήνα, που ’ν’ τα χρόνια κείνα τα παλιά. Λες και σ’ είχαν άχτι και σε κάναν στάχτη, σαν γριά μ’ αχτένιστα μαλλιά. Που ‘ν’ τα χρόνια που ξηγιόμαστε αλάνικα και που σέρναν τα σκυλιά με τα λουκάνικα…»

«Αθήνα πόλη γκέτο / Αθήνα πόλη φάντασμα / Μία ζούγκλα από μπετό που σου φέρνει εμετό»

Ο Νίκος Γούναρης επεδείκνυε προφητικές ικανότητες γράφοντας τέλη του ’40 το requiem μιας πόλης (αν και δεν είναι βέβαιος ούτε ο στιχουργός ούτε ο χρόνος). Οι Panx Rοmana εξέδωσαν το πιστοποιητικό θανάτου μόλις τριάντα χρόνια μετά (1984). Δεν είναι γλυκερό, είναι περιγραφή μιας πραγματικότητας.

Η ζωή αναδομείται και προχωράει όμως. Στην οδό Λασκαράτου, οποία ειρωνεία η οδός που είναι γεμάτη αστικές απολαύσεις να φέρει το όνομα του αφορισμένου σατιρικού ποιητή της Κεφαλονιάς Ανδρέα Λασκαράτου, υπάρχουν μερικά φίνα κι όμορφα μαγαζιά (τα τρία μπαρ του Κόμη Δευκαλίωνα τις δεκαετίες ’80-’90 είχαν παναθηναϊκή φήμη).

Ένα από αυτά είναι το σπίτι που μεγάλωσε ο μπασκετμπολίστας του Σπόρτινγκ (και μετέπειτα του Άρη) Ντίνος Αγγελίδης. Σήμερα στεγάζει το Δια χειρός και στη Λαδόκολλα, δικό του μαγαζί. Μία αστική μονοκατοικία του μεσοπολέμου, η οποία παραμένει πιστή στο βρετανικό ρητό: «το εξωτερικό του σπιτιού σου, το εσωτερικό της πόλης μου», μια συμπαθέστατη ταβέρνα κρεατικών με υπέροχη-υπέροχη αυλή.

Η Λασκαράτου συνδέει την Πατησίων με την Αγίας Λαύρας και είναι παράλληλη της Γαλατσίου προς τα Πατήσια (δηλ. βόρεια). Είναι το υπογάστριο της αγαπημένης μου περιοχής Κυπριάδου όπου Πικιώνης, Προβελέγγιος και λοιποί εκπρόσωποι της γενιάς του ‘30 και μεταγενέστεροι, όχι μόνο κατοίκησαν αλλά, προσέδωσαν ύφος και ήθος για πολλά χρόνια.

Από το ’60 και μετά πήραμε το ήθος, το δώσαμε αντιπαροχή και κρατήσαμε το ύφος. Πολύ ύφος... Έτσι για την ιστορία να πούμε ότι φίλοι του Πικιώνη ήταν οι Τσαρούχης, Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Κόντογλου, Διαμαντόπουλος, Φώτος Πολίτης και Εγγονόπουλος και συνυπήρχαν χρονικά με Κουν, Σεφέρη, Χατζιδάκι, Βάρναλη, Ρίτσο, Παλαμά. Μιλάμε ότι ‘30-‘50 η Ελλάδα έζησε έναν μικρό χρυσό αιώνα. Χωρίς Περικλή. Με πολέμους και πείνα και εκτοπίσεις.

---------------------------------
* Για να διαλευκανθεί το μυστήριο με τα καλαμάκια π’ρουφάμ’ και τα σουβλάκια-καλαμάκια:
Οι εδώ κατοικούντες (στη νότια απόληξη της χερσονήσου του Αίμου) από πάντα τρώγαν κομμάτια κρέατος περασμένα σε μικρές σούβλες (εκ του λατινικού subulus), δηλ. σουβλάκια. Κρατευτές ονομάζονταν οι πρώτες ψησταριές, καθώς ήταν "κραταιές", αντοχής δηλαδή, στη φωτιά. Έχει βρεθεί τέτοια ψησταριά στο Ακρωτήρι της Θήρας, όπου τις ανασκαφές είχε ξεκινήσει ο Σπ. Μαρινάτος, και χρονολογείται στα 1600 πΧ. Κάνδαυλος είναι το πρώτο καταγραμμένο 'τυλιχτό' με κρέας, όχι με εντόσθια που προϋπάρχει καταγραφή, αναφέρεται από τον Αθήναιο ο οποίος έζησε μεταξύ 2ου και 3ου μΧ αιώνα.

Όταν όμως στην μετά τον Β' ΠΠ εποχή ξεκίνησε μια περίοδος σταδιακής ευμάρειας και ανόδου του βιωτικού επιπέδου (και άρα κρεοφαγίας) υπήρχε αυξανόμενη ζήτηση για τέτοιες μικρές σούβλες. Το πιο απλό ήταν να πάρεις ένα καλάμι, να το σκίσεις και να φτιάξεις μικρά ΚΑΛΑΜΑΚΙΑ στα οποία θα μπορούσες να περάσεις το κρέας. Σήμερα τα κάνουμε όλα εισαγωγή από την Κίνα κι ησυχάσαμε…

Τώρα γιατί λέμε τα σουβλάκια "σουβλάκια" κι όχι "τυλιχτά" ή "σάντουιτς" ή "πιτόγυρα"; Προφανώς από την γέμιση (ο χοιρινός γύρος διαδόθηκε μετά το '70, το δε κοτόπουλο μετά τα '90s) που ήταν ένα σουβλάκι (ή καλαμάκι που -εν προκειμένω- είναι συνώνυμο).
Όταν μπαίνεις σε τυροπιτάδικο και λες "πιάσε ένα κιμά" σου φέρνει κιμαδόπιτα (δηλ. κρεατόπιτα, άρα κιμάς και κρέας είναι -εν προκειμένω- συνώνυμα). Άλλως μπορεί προσποιηθεί ότι δεν κατάλαβε και να σου φέρει ένα ταρτάρ. Αλλά αυτό είναι μάλλον κακό χιούμορ. Σάντουιτς είναι το αμφίψωμο, ήτοι δύο φέτες ψωμί και στη μέση κάτι, which is not the case (αν ψηθεί λέγεται τοστ αλλά δεν θα τα πούμε όλα σήμερα). Το τυλιχτό είναι ένας ορθός ορισμός αλλά όχι ο μόνος, όπως μόλις προαναφέρθηκε. Το πιτόγυρο αποκλείει το πίτα-καλαμάκι.

Γιατί το καλαμάκι σημαίνει μόνο κρέας και το σουβλάκι τυλιχτό; Γιατί κάπως έπρεπε να διαφοροποιηθεί το μεν από το δε. Γιατί το κίτρινο κρασί το λέμε "λευκό" αλλά το κόκκινο "κόκκινο"; Γιατί δεν μπερδευόμαστε όταν ένας φίλος μας έχει φάει πολλές χυλόπιτες που του φέρνουν πόνο στην καρδιά και όταν έχει φάει πολλές χυλοπίτες που του φέρνουν πόνο στο στομάχι;

ΥΓ Φίλες και Φίλοι, σε κάθε περίπτωση, Αθήνα και πάλι Αθήνα:
https: //www. youtube. com/watch?v=LZXIdt2UJkU