Πρόσθεσε τον στους Έμπιστούς σου!
Ιταλία - Σύνταγμα - Κέντρο, Αθήνα
Σεπ
15
2016
+/-
Γεύση
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 0 Tomato 50 20130405 0
2
Εξυπηρέτηση
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4
4
Χώρος
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 0
3
Value for money
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 0 Tomato 50 20130405 0
2
€/Άτομο
17-25

Νωρίς το βραδάκι καθημερινής κι ενώ κάνουμε βόλτες στο κέντρο, μας έρχεται η διάθεση για ζυμαρικά. Έχω την εντύπωση ότι το κέντρο δεν έχει πολλές εναλλακτικές προτάσεις γι αυτή τη κουζίνα. Και δεν μιλάω για κάποιο εστιατόριο που απλά έχει 2-3 πιάτα με ζυμαρικά ανάμεσα σε όλα τα υπόλοιπά του. Μιλάω για αυτού καθ’ αυτού «μακαρονάδικο». Θυμάμαι τις εποχές που σε κάθε γειτονιά υπήρχαν 2 και 3 πιτσαρίες. Τότε που ανθούσε το είδος και πληρώναμε για δαύτες 12-15 €. Που όταν πήγαινες στην γνωστή αλυσίδα με το «καπελάκι» ένιωθες ότι έκανες έξοδο που έπρεπε να έχεις μαζί σου το πορτοφόλι σου γερά φουσκωμένο.
Κάπου όλο αυτό παράκμασε κι αν εξαιρέσεις δύο τρεις του χώρου που παραμένουν, οι υπόλοιπες έχουν γίνει αποκλειστικά deliverάδικα. Θεωρώ πως σε όλο αυτό φέρουν και οι ίδιοι ευθύνη αφού εκμεταλλευόμενοι το ρεύμα τις εποχής και την τότε μόδα, μας έβαζαν να χρυσοπληρώνουμε ένα κομμάτι απλωμένης ζύμης με τυρί και αλλαντικά κι ένα πιάτο με ζυμαρικά και σάλτσα, με χρυσάφι. Φυσικά, συνεχίζω να θεωρώ υπερβολικά κοστολογημένη αυτή την κουζίνα, αλλά εμείς οι Έλληνες είμαστε μακαρονάδες, τι να κάνουμε! Και οι αγαπημένες συνήθειες δύσκολα κόβονται.
Στο μυαλό μας ήρθε το Tuttitalia που είχαμε προσέξει σε προηγούμενη, άκρως αποτυχημένη μας επίσκεψη στο ακριβώς απέναντι Ιταλικό γνωστής αλυσίδας. Θυμόμασταν ότι σε αντίθεση με τις τιμές που «κυκλοφορούν» στην περιοχή, έξω από το εστιατόριο/τρατορία υπήρχε ένας πίνακας σύμφωνα με τον οποίο με 12 ή 13 euro μπορούσες να παραγγείλεις τα ατομικά μενού τους.
Βάλαμε λοιπόν πλώρη για την Βαλαωρίτου και λίγο αργότερα περνάγαμε στον χώρο τους. Αμέσως μας υποδέχτηκε ο –μάλλον- ιδιοκτήτης τους προκειμένου να μας καλωσορίσει και να μας βρει το ιδανικό για εμάς τραπέζι. Είχαμε να διαλέξουμε ανάμεσα σε κάποιο που βρίσκεται στον εξωτερικό τους χώρο πάνω στον πεζόδρομο ή κάποιο στον εσωτερικό τους που η δροσιά του θα υποστηρίζονταν από τον κλιματισμό τους. Επιλέξαμε να κάτσουμε έξω, παρόλο που το βραδάκι ήταν αρκετά ζεστό.
Και μιας και ξεκίνησα με τον χώρο, είναι απλός αλλά πολύ γλυκός. Στην ουσία είναι τραπεζάκια και καναπεδάκια που έχουν τοποθετηθεί πάνω στον πεζόδρομο κι έχουν «απομονωθεί» από τους περαστικούς διαβάτες με την βοήθεια μεγάλων ζαρντινιέρων με φυτά. Επίσης εκεί υπάρχει κι ένα δεντράκι που το έχουν τυλίξει με μικρά φωτάκια.
Το όλο σύνολο είναι πολύχρωμο. Κόκκινα καρό τραπεζομάντηλα, ζωηρόχρωμα καλύμματα καναπέδων και μαξιλαράκια. Τον θεωρήσαμε πολύ φιλόξενο και ευχάριστο. Δεν σου θυμίζει τα «στημένα» και απρόσωπα εστιατόρια της περιοχής. Μοιάζει πιο πολύ σε συνοικιακό μαγαζάκι, κάτι που το λέω αποκλειστικά και μόνο ως θετικό.
Τα τραπέζια ήταν πολύ απλά στρωμένα, μόνο με τα αναποδογυρισμένα νεροπότηρα και κόκκινες & λευκές χαρτοπετσέτες. Σε πολλές επιφάνειες όπως σε τοίχους, καθρέπτη και οροφή, θα δεις να αναγράφονται λέξεις που αφορούν σε υλικά και γεύσεις της Ιταλικής κουζίνας. Ένας μεγάλος ανεμιστήρας υπήρχε κρεμασμένος ψηλά από πάνω μας, βοηθώντας να γίνει πιο άνετη η παραμονή μας. Φωτιστικά από τα οποία κρέμονταν πιρούνια. Δεν θα πω ότι είδα κάτι στη διακόσμηση που να με καταπλήξει ή που να το θεωρήσω άκρως πρωτότυπο, αλλά σαν σύνολο μου έδινε την αίσθηση ότι δεν είχε κραυγαλέες αισθητικές παρατυπίες κι ότι όλα έδεναν μεταξύ τους.
Ο εσωτερικός χώρος σχετικά μικρός αλλά και πάλι αρκετά γλυκός. Τοίχος με κόκκινα τούβλα και μπουκάλια κρασιών σε οριζόντια θέση. Στο βάθος η ανοιχτή τους κουζίνα και μια βιτρίνα που έδειχνε κάποια από τα είδη των ζυμαρικών τους. Αν ήμουν στη θέση τους μάλλον θα αφαιρούσα αυτή την βιτρίνα. Σου βγάζει κάτι που έχει χάσει εντελώς την φρεσκάδα του. Άσε που στο δικό μου το μυαλό με παραπέμπει σε κάτι τελείως τουριστικό. Σαν τις βιτρίνες και τις φωτογραφίες στα τουριστικά μας νησιά που σκοπό έχουν να προσεγγίσουν τον Γερμανό επισκέπτη με τα σανδάλια και την ελαφρώς ξεχειλωμένη καλτσούλα. Ανατρίχιασα!
Οι τουαλέτες απομονωμένες στον πάνω χώρο, όπου ανηφορίζεις περνώντας από αρκετά στενές σκάλες. Αν θυμάμαι καλά, με εκνεύρισε λίγο το φωτοκύτταρό τους, αφού με άφηνε στο σκοτάδι σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Επίσης θεωρώ ότι χρήζουν λίγο παραπάνω προσοχής και περιποίησης.
Για το service έχω να πω μόνο τα καλύτερα. Μας ανέλαβε ένας νεαρός που απ’ ότι καταλάβαμε εκείνη τη στιγμή είχε πάρει στους ώμους του όλη την εξυπηρέτησή τους. Γρήγορος, άνετος και χαμογελαστός. Έκανε κάτι που έστω κι αν υπάρχει η περίπτωση να είναι προσποιητό, εμένα μου αρέσει πολύ όταν γίνομαι αποδέκτης του. Μας επιβράβευσε για τις επιλογές μας. Δεν ξέρω γιατί, αλλά αυτό δίνει σε εμάς τα πελατάκια την αίσθηση ότι σωστά πράξαμε. Σαν να δίναμε εξετάσεις και τελικά τις περάσαμε. Σαν να είχαμε να αντιμετωπίσουμε την Σκύλα και την Χάριβδη του καταλόγου τους κι όχι απλώς να περάσαμε ζωντανοί αλλά να βγήκαμε και νικητές. Γιατί όπως θα δείτε και παρακάτω, η παραγγελία μας ήταν μάλλον άκρως κοινότυπη και χωρίς εκπλήξεις.
Εκτός αυτού του νεαρού, ήρθαμε αρκετές φορές σε επαφή με τον ιδιοκτήτη. Μάλιστα κάποια στιγμή ήρθε στο τραπέζι μας για να μας πει ότι λίγο παραπέρα η τροχαία μοιράζει κλήσεις οπότε αν έχουμε παρκάρει σε εκείνο το σημείο να τρέξουμε για να αποφύγουμε για μπουγιουρντί. Και οι δύο ήρθαν αρκετές φορές στο τραπέζι μας για να μας ρωτήσουν αν όλα ήταν εντάξει.
Αποφασίσαμε να μη πάρουμε τα ατομικά menu τους αλλά μία σαλάτα και δύο κυρίως.
Ο σερβιτόρος μας ανέφερε τα πιάτα της ημέρας και τις προτάσεις του σεφ του όπως επίσης μας ρώτησε αν θα θέλαμε focaccia στο ξεκίνημά μας, κάτι στο οποίο ανταποκριθήκαμε θετικά.
Έτσι λίγο αργότερα μας ήρθε ένα μπολάκι με κομμάτια από Focaccia και δύο πολύ (μα πάρα πολύ) μικρά μπολάκια, το ένα με μαγιονέζα και το άλλο με πάστα ελιάς. Η focaccia ήταν αρκετά καλή αλλά είχαν υπερβάλει στο λάδι που είχαν ρίξει από πάνω, κάνοντάς την παραπάνω λιπαρή από όσο θα έπρεπε. Η τιμή της ήταν στα 1,40€ ανά άτομο.
Ακολούθησε η σαλάτα του Καίσαρα η οποία αν θυμάμαι καλά, χωρίς κοτόπουλο κοστίζει στα 7,20€ ενώ με την προσθήκη κοτόπουλου μόλις 0,30€ παραπάνω, ήτοι στα 7,50€. Εμείς ζητήσαμε την con pollo. Ανάμεσα σε όσες Caesar’s έχω δοκιμάσει στην ζωή μου, θα την κατάτασσα μάλλον σε μία μεσαία θέση. Σγουρό μαρούλι (γαλλική σαλάτα), καλαμπόκι, κρουτόν, κομματάκια από κοτόπουλο, παρμεζάνα και σος. Κάτι στην εμφάνισή της αλλά και στην γεύση της δεν με πολύσυγκίνησε. Στην θέα της μου ήρθαν αναμνήσεις από σαλάτες που έχω δοκιμάσει σε εστιατόρια που προσανατολίζονταν στην fast food εστίαση. Ίσως αν την είχαν βάλει σε ένα πιο μεγάλο και απλωμένο πιάτο να κέρδιζε πολλούς πόντους στην παρουσίασή της. Η σος δεν είχε αναμειχτεί με τα υλικά αλλά την είχαν ρίξει από πάνω με την τεχνοτροπία «ζιγκ-ζαγκ» όπως ρίχνεις το σιρόπι στα παγωτά (μάλλον χρησιμοποιούν το κλασικό σκεύος με το πολύ λεπτό στόμιο που βγάζει το περιεχόμενο σε μικρού πάχους λωρίδες ). Επίσης η παρμεζάνα ήταν σε πολύ λεπτές και ομοιόμορφες φέτες, σαν κι αυτές που παίρνουμε από τον πάγκο του σούπερ μάρκετ. Στα συν ότι το ότι όταν τους ρωτήσαμε αν η σαλάτα έχει μέσα αντζούγια, μας απάντησαν ότι υπάρχει στην σος. Επειδή κατάλαβαν ότι αυτό μας αρέσει, προθυμοποιήθηκαν να μας βάλουν και μερικά φιλετάκια αντζούγιας επιπρόσθετα, όπως και έκαναν, κάτι που εκτιμήσαμε. Η τιμή της όπως προείπα στα 7,50€.
Λιγκουίνι al salmone. Η κλασική συνταγή με σολομό, φρέσκο κρεμμύδι, κρέμα γάλακτος και vodka. Ήταν λίγο «λασπωμένα», ίσως γιατί είχαν χρησιμοποιήσει υπερβολικά μεγάλη ποσότητα από κρέμα γάλακτος με αποτέλεσμα όταν το πιάτο άρχισε να κρυώνει να γίνουν μία ομοιόμορφη μάζα και κάθε φορά που προσπαθούσαμε να πάρουμε μια πιρουνιά να σηκώνεται το μισό περιεχόμενο. Ο σολομός συμπαθητικός σε ποσότητα αλλά πάρα πολύ ψιλοκομμένος. Στην εικόνα του θύμιζε τα μικρά, αποφλοιωμένα γαριδάκια που συρρικνώνονται κατά το βράσιμο. Σχετικά νόστιμο πιάτο που θα ήταν πολύ καλύτερο αν το είχαν εκτελέσει σωστότερα. Επίσης μία μικρή μου ένσταση για το μέγεθος της μερίδας που είχε μεγάλα περιθώρια βελτίωσης. Η τιμή της στα 11,50 €.
Casarecce tuttitalia. Τα casarecce θυμίζουν αρκετά τα σιουφιχτά ζυμαρικά. Σύμφωνα με τον κατάλογό τους θα έπρεπε να μας έρθουν με τοματίνια αλλά το πιάτο τους ήρθε με μία κόκκινη σάλτσα που λυπάμαι που το λέω, αλλά μας θύμισε αρκετά τις ετοιματζίδικες. Ήταν τόσο μα τόσο ομοιοποιημένη που δεν έβρισκες μέσα κανένα κομμάτι από ντομάτα ή άλλο υλικό. Εκτός αυτού, είχε ωμή ρόκα που προφανώς είχαν προσθέσει μετά την ετοιμασία του πιάτου, κρεμμύδι (δεν το εντόπισα στην σάλτσα), μπέικον (σε χοντρά, νόστιμα κομμάτια), παρμεζάνα και φιλέτα κοτόπουλου. Και πάλι μας μπήκε η ιδέα ότι το κοτόπουλο είναι το κλασικό τυποποιημένο που βρίσκεις με την μορφή μικρών φιλέτων στις βιτρίνες από τα σαντουιτσάδικα και που μάλλον λίγο πριν κατοικούσαν στους ψυγειοκαταψύκτες τους. Πάντως ήταν τρυφερό και ζουμερό. Το πιάτο ήταν πιο πλούσιο σε υλικά, πιο εύγευστο και σε άκρως πιο μεγάλη μερίδα από το πρώτο. Η τιμή του στα 10,50 €.
Συνοδέψαμε το φαγητό μας με Μύθος draught των 500 ml που κόστισε 4,20 € έκαστη. Μας ήρθε σε σωστότατη θερμοκρασία.
Κλείνοντας ζητήσαμε για γλυκό tiramisu αλλά μας είπαν ότι λίγο πριν είχε καπαρώσει μία άλλη παρέα το τελευταίο τους κομμάτι. Απλά να θυμίσω ότι η ώρα δεν ήταν ούτε 9 μ. μ. ακόμα οπότε μας έκανε εντύπωση να ξεμένουν ήδη σε μία από τις συνηθέστερες προτάσεις και επιλογές. Μας αντιπρότειναν το cheese cake τους. Όταν μας το έφεραν στο τραπέζι μας ζήτησαν να κάνουμε λίγο υπομονή γιατί το είχαν βγάλει μόλις από την κατάψυξη (!! ). Ένα πολύ ΜΙΚΡΟ, ΛΕΠΤΟΤΑΤΟ κομμάτι που το πάχος της στρώσης ήταν ίσο με το πάχος της κρέμας. Το καθένα τους, σε πάχος μισού δαχτύλου. Θύμιζε μία λεπτότατη τάρτα. Πολύ δυσδιάκριτη η γεύση της κρέμας λόγω της πολύ μικρής της ποσότητας και εντελώς απογοητευτικό κλείσιμο του ήδη μετρίου γεύματός μας. Ίσως από τα πιο αδιάφορα γλυκά που έχω δοκιμάσει ποτέ σε εστιατόριο. Κόστος στα 4,40€.
Κέρασαν espessάκι στον ένα από τους δύο μας που το ζήτησε.
Με αυτά και αυτά, κληθήκαμε να πληρώσουμε στα 45€ που τα θεωρήσαμε λίγο υπερβολικά για την ποσότητα και ποιότητα του τραπεζιού μας. Μάλλον εδώ εισήρθε ο παράγοντας «Κολωνάκι».
Νομίζω ότι είναι μια φιλότιμη προσπάθεια που όμως λόγω της τακτικής του να χρησιμοποιούν προς ευκολία τους (και ίσως λόγω κόστους) υλικά που δεν ανήκουν στον χώρο που πρεσβεύουν, την τρατορία, κάπου αυτό επιβαρύνει το όλο αποτέλεσμα. Στα μεγάλα θετικά τους η τοποθεσία που είναι ένας ήρεμος και ήσυχος πεζόδρομος και το εξαιρετικό service. Με λίγο παραπάνω προσπάθεια και μεράκι, νομίζω ότι θα έχουν σαφώς καλύτερα αποτελέσματα.
Αν θα ξαναπήγαινα? Πραγματικά δε ξέρω… Ίσως σε φάση λύσσας για ζυμαρικά, αλλά νομίζω ότι θα προσανατολιζόμουνα στην λύση του ατομικού menu ώστε να ελέγχω καλύτερα τον συνολικό, τελικό λογαριασμό.