Πρόσθεσε τον στους Έμπιστούς σου!
Ταβέρνες με τραγούδι - Καμίνια - Ν.Φάληρο, Αθήνα
Οκτ
12
2016
+/-
Γεύση
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 0 Tomato 50 20130405 0
2
Εξυπηρέτηση
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 0
3
Χώρος
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 0
3
Value for money
Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4 Tomato 50 20130405 4
4
€/Άτομο
10-16

Δύο (2) επισκέψεις σε διάστημα τριών (3) μηνών, μία με ένα καλόβολο φίλο με απαιτητικό όμως ουρανίσκο, και άλλη μία με παρέα τεσσάρων ατόμων με διερευνητική διάθεση, για το τι είναι τελοσπάντων αυτό το οινομαγειρείο, ΠΟΥ σχεδόν όλες οι κριτικές - οπουδήποτε έχει μπει μελάνι για το “Ο-Ζ-Π” - είτε αυτές προέρχονται από επ’ αμοιβή επαγγελματίες δημοσιογράφους/κριτικούς γεύσης, είτε από καλοπροαίρετους ερασιτέχνες γραφείς της φιλοξενίας και της γεύσης – το περιγράφουν σαν ένα γευστικό El Dorado.

Το "Οινομαγειρείον Ζωοδόχος Πηγή", είναι σίγουρα ένα ενδιαφέρον οινομαγειρείο στα Καμίνια. Κατεβαίνοντας κανείς την Πειραιώς, στρίβει δεξιά στο φανάρι της “ΕΛΑΙΣ”, στο τελείωμα του δρόμου κάνει δεξιά και στον δεύτερο δρόμο αριστερά (Κατσούλη), οπότε και συναντά το οινομαγειρείο στο αριστερό του χέρι. Χαμηλά σπιτάκια νοικοκυραίων, παρέες γειτόνων να τα λένε καθισμένοι έξω από τις εισόδους των σπιτιών, λαντάνες, ιβίσκοι και γιασεμί στα περβάζια, το ομώνυμο εκκλησάκι στη πρώτη γωνία αριστερά, μια όμορφη γειτονιά που σε προδιαθέτει θετικά πριν ακόμη μπεις στο “Ο-Ζ-Π”.

Ο ΧΩΡΟΣ στο “Ο-Ζ-Π” αποπνέει μία ιδιαίτερη νοσταλγία και μέσα στην ταβέρνα. H αισθητική επέμβαση από την νεότερη γενιά, πρόσθεσε έναν άλλο αέρα που ταξιδεύει το βλέμμα με περιέργεια. Επίσης, διαφοροποίησε καλόγουστα και αρτίστικα μία συνοικιακή ταβέρνα, εντείνοντας την ατμόσφαιρα, χωρίς όμως να "ενοχλήσει" αισθητικά την παράδοση και την ιστορία του μαγαζιού, όταν ο ανταγωνισμός του “Ο-Ζ-Π” στην ευρύτερη περιοχή, πιστεύει ακόμη ότι μπορεί να αντιμετωπίσει ένα εξόχως πλέον υποψιασμένο και καχύποπτο κοινό, με τραπεζοκαθίσματα σαν αυτά που κάθισε να ξαποστάσει ο Κολοκοτρώνης όταν πάτησε την Τροπολιτσά, ή με βαφή τεχνοτροπίας ασβέστη - aka - “δείτε με, έρχομαι από τα παλιά”…

Η διαφορετικότητα των πελατών - για αυτό το μαγαζί - έχει επίσης το ενδιαφέρον της. Ένας μεγαλόσχημος με εντυπωσιακό αυτοκίνητο, 1-2 συμπαθέστατοι συνταξιούχοι της γειτονιάς, απαιτητικοί μεσήλικες με τις συμβίες τους, πολλά νέα (κυρίως) παιδιά, ευχάριστες φατσούλες, γέλιο και χαρά, τι τον ήθελα τον Καλαματιανό στο Σύνταγμα, όλα ωραία και καλά.

Μία κάποια ένσταση για το κάπνισμα στον χώρο. Ως Μη Καπνιστής όμως και όχι ως Αντικαπνιστής, αντιλαμβάνομαι ότι το “Ο-Ζ-Π” με αυτό τον ιδιαίτερο παρεείστικο χαρακτήρα που έχει, πιθανότατα θα είχε αυτοευνουχισθεί αν δεν “ενθάρρυνε” τρόπον τινά το κάπνισμα. Και δεν υπάρχει ντουμάνι - από το κάπνισμα - σε καμία περίπτωση. Δυστυχώς, το ίδιο δεν ισχύει και για τον εξαερισμό της κουζίνας που στην περίπτωση μας, έτερψε τις μύτες μας μέσα στη σάλα, αλλά τις ερέθισε στο δρόμο της επιστροφής μέσα στο αυτοκίνητο.

Η ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗ στο “Ο-Ζ-Π” είναι διαβαθμισμένη.

O (πιθανότατα) πάτερ-φαμίλιας της οικογενειακής αυτής επιχείρησης, ασκεί την Φιλοξενία/Hospitality. Πανταχού παρών (αλλά διακριτικότατος) έχει μάτια και στο πίσω μέρος του κεφαλιού του και σπεύδει να βοηθήσει με ένα χαμόγελο τύπου “και αυτό θα περάσει βρε παιδιά”. Στην πρώτη επίσκεψη μας, μία καθημερινή με έναν φίλο - σε μία κατάμεστη ταβέρνα, καθόταν 2 τραπέζια μακρυά μας και κουτσόπινε με έναν ηλικιωμένο, αλλά ο νους του ήταν αλλού. Παρατήρησε (πως;) ότι το κουτάλι σερβιρίσματος της σαλάτας μας είχε πέσει μέσα στο μπωλ και πριν προλάβουμε εμείς να το βγάλουμε χωρίς να λαδωθούμε, είχει σηκωθεί, μας έφερε καινούργιο, ενώ αφαίρεσε με χειρουργική ακρίβεια – και χαρτοπετσέτα – το λαδωμένο, από τον πάτο της σαλάτας. Πριν από αυτό, είχε “εντοπίσει” ότι μάλλον κάτι συνέβαινε με τις όντως ζεστές μπύρες μας, και έσπευσε να μας ρωτήσει. Τις πήρε για να τις βάλει στον καταψύκτη, μας έφερε σε λίγα λεπτά 2 καινούργιες, και μετά από λίγο και τις αρχικές, σαφώς παγωμένες αυτή τη φορά. Στο ενδιάμεσο είχε ρωτήσει τα 2-3 τραπέζια για το πως πάνε τα πράγματα, ενώ είχε καλωσορίσει εγκάρδια ένα νέο ζευγάρι που μάλλον ερχόταν στο “Ο-Ζ-Π” για πρώτη φορά. Οι αρχικές ζεστές μπύρες παρότι στη συνέχεια ξαναήλθαν παγωμένες, δεν χρεώθηκαν ποτέ.
Οικοδεσπότης παλαιάς κοπής, σεμνός, αθόρυβος, προσηνής, αυτός ο άνθρωπος σε άλλες εποχές θα έμενε νηστικός για να φάει ο ξένος που ζήτησε φιλοξενία στο σπίτι του.. Απίστευτος. Και άλλο τόσο σπάνιος και αυθεντικός.

Ένας αδύνατος μουσάτος νεαρός, ασκεί την Εξυπηρέτηση/Customer Responsiveness. Αρκετά οικείος και πρόσχαρος, πρόθυμος να προτείνει κάποια πιάτα (ελλείψει καταλόγου και τις 2 φορές που πήγαμε), μας έβαλε φρένο διακριτικά την 2η φορά που το παρακάναμε με τα πιάτα, ενώ πέρασε να ρωτήσει με ενδιαφέρον πως είναι το φαγητό. Εκεί, τουλάχιστον στη δεύτερη επίσκεψη που πήραμε σχεδόν τον μισό κατάλογο, ήρθαμε σε δύσκολη θέση, και τα μασήσαμε λίγο – εξηγούμαι πιο κάτω.

Δύο άλλοι νεαροί, ασκούν το Επαγγελματικό Νταλαβέρι/Customer Service. Οικείοι και φιλικοί με τους τακτικούς πελάτες του μαγαζιού, τυπικοί με τους νεοφερμένους, μονίμως βιαστικοί, παίρνουν παραγγελία κοιτώντας ένα γύρο και άλλα τραπέζια, εκτελούν άμεσα και επαγγελματικά, αλλά χωρίς πολλά-πολλά. Στη δεύτερη επίσκεψη αρχές Σεπτέμβρη, ο ένας εξυπηρετούσε φορώντας βερμούδα. Το βρήκα λάθος. Ο πελάτης επιτρέπεται να φοράει βερμούδα. Ο άνθρωπος που σε εξυπηρετεί σε ένα χώρο εστίασης, δεν επιτρέπεται να φοράει βερμούδα. Για σειρά λόγων. Παρ’εκτός και αν ο χώρος είναι beach-bar. Και το “O-Z-Π” δεν είναι beach-bar. Είναι ένα ωραίο ταβερνάκι στο κέντρο των Καμινίων και απέχει τουλάχιστον 3 χιλιόμετρα από την πλησιέστερη ακρογιαλιά.

5 στα 4 λοιπόν για τον μεγαλύτερο σε ηλικία κύριο, 3 στα 4 για τον Customer Responsive, 2 στα 4 για τoυς Customer Servers γιατί αυτό που κάνουν, σήμερα δεν είναι αρκετό, μέσος όρος 3 στα 4.

Η ΓΕΥΣΗ στο "Ο-Ζ-Π" είναι - κατά την ταπεινή άποψη των περισσοτέρων από την παρέα μας – το λιγότερο δυνατό σημείο του μαγαζιού, και δεν εντυπωσίασε (τουλάχιστον σύμφωνα με τους διθυράμβους από σχεδόν άπαντες τους προλαλήσαντες) σε καμία από τις 2 επισκέψεις.

Συνοπτικά:

1. Η κουζίνα του “O-Z-Π” έχει μία άνευ λόγου εμμονή με το ΤΥΡΙ στα περισσότερα πιάτα. Αυτό βάζει κάποιον από την αρχή σε προβληματισμό για την δεινότητα όλης της μαγειρικής ομάδας, διότι ως γνωστόν, και πάνω σε χαρτόνι να ρίξεις λειωμένο τυρί, το ενδιαφέρον του γευστικά θα το έχει. Αλλά και επί της ουσίας, σε τουλάχιστον 9-10 από τα συνολικά 13-14 πιάτα που δοκιμάσαμε και στις 2 επισκέψεις, το τυρί έπαιζε κυρίαρχο ρόλο και δυστυχώς ενίοτε, κάλυπτε κάθε άλλη γεύση στο πιάτο.
2. Έχει κατά τη γνώμη μου, ασαφή ταυτότητα στο μενού. Που νομίζω δεν ταιριάζει σε μία ιστορική ταβέρνα που σερβίρει ίσως τους νοστιμότερους λαχανοντολμάδες που έχω δοκιμάσει ποτέ, αλλά θέλει να πειραματίζεται με ένα συκώτι με σως πορτοκάλι!, τόσο άτεχνα ψημένο που θύμιζε σπλήνα. Ή όταν σερβίρεις ένα κεμπάπ με τόσο προσεγμένο και νόστιμο κιμά, το μπρόκολο ογκρατέν με τυρί (πολύ) και bacon!, είναι παραφωνία. Ιδίως όταν είναι και γευστικά αδιάφορο.
3. Oι γεύσεις, κυρίως στα μη κλασσικά ιστορικής ταβέρνας πιάτα (κοτόπουλο με παπαρδέλλες – εντελώς άτονο, μους πατζαριού – με περίσσιο μήλο αλλά και σκόρδο, μπρόκολο ογκρατέν – παραμαγειρεμένο και με πολύ τυρί, μελιτζάνα φούρνου – αμάν ρε παιδιά με το τυρί! ), δεν είναι γευστικά “ισορροπημένες”, και έρχονται σε αντίθεση με τις μαμαδίστικες τηγανητές πατάτες, τους σπάνιους λαχανοντολμάδες, την γευστικότατη φάβα και το ευωδιαστό λιβανέζικο, που όμως συνολικά νομίζω ότι δεν ισορροπεί θετικά το συνολικό ισοζύγιο του menu.
4. Το χύμα – ελλείψει εμφιαλωμένου – λευκό κρασί (νομίζω Ροδίτης) που ζητήσαμε να δοκιμάσουμε στην δεύτερη επίσκεψη μας, το αφήσαμε στο τραπέζι και το ξαναρίξαμε στις μπύρες. Λυπάμαι μόνο που αυτο συνέβει σε ένα μαγαζί που πιθανότατα έχτισε την φήμη από ένα κρασί που στα μεταπολεμικά χρόνια, ευωδίαζε σταφύλι – και όχι μόνο. Και υπό αυτή την έννοια, θα έπρεπε να το προσέξουν περισσότερο.
5. Ένα γλυκό με λεμονάτη κρέμα και μπισκότο που προσφέρεται σαν κέρασμα στο τέλος είναι επιπέδου baby master chef, από αυτά που δημιουργικές φατσούλες ετοιμάζουν με αγωνία κανένα Κυριακάτικο πρωινό για να πάνε στους γονείς τους στο κρεβάτι. Αξίζει όμως μνείας και για την ενέργεια - κυρίως όταν απευθύνεται σε τέτοιο πλήθος κόσμου που συρρέει στο “O-Z-Π”, αλλά και γιατί ξεφεύγει ίσως ευχάριστα από τον θλιβερό χαλβά και το έρμο γιαούρτι με το μέλι της συμφοράς που για χάρη ευκολίας και κόστους, προσφέρεται αλλού.
6. Τιμές ΕΥΓΕ! για την συνολική εμπειρία, αλλά και την διαφορετικότητα – και γιατί όχι, κάποιες στιγμές – ευρηματικότητα του “O-Z-Π”.

Στα ηχεία, εξαίρετη επιλογή ρεμπέτικων τραγουδιών παλαιάς κοπής και ιστορικότητας, και όχι η πολυπαιγμένη πεπατημένη των πιο εμπορικών δειγμάτων του μεταγενέστερου “ρεμπέτικου”. Ρίτα Αμπατζή και Ρόζα Εσκενάζυ είχα πολλά, μα πολλά χρόνια να ακούσω σε ταβέρνα.

Θα ξαναπήγαινα στο "O-Z-Π"; Ναι, αλλά θα έλεγα στους φίλους να πάρουμε τους λαχανοντολμάδες, τη φάβα, το λιβανέζικο, τα αυγά με κανονικές τηγανητές πατάτες και όχι τα μικρά sticks στυλ Τσακίρης του συγκεκριμένου πιάτου, που δοκιμάζουν και το πηρούνι και την υπομονή σου. Από σαλάτα, θα ζητάγαμε μία χωριάτικη ή μία ντομάτα βεντάλια με τσακιστές ελιές, χοντρό αλάτι και Ελληνικό ελαιόλαδο. Μόνο αν δεν τις βάζουν στο ψυγείο (τις ντομάτες). Την εποχή της καλοκαιρινής ντομάτας, δεν θα βρίσκαμε αγουρέλαιο. Κρίμα. Δεν θα πίναμε κρασί. Λόγω κρεατικών, θα ζήταγα τσίπουρο χωρίς γλυκάνισο. Κατά προτίμηση εμφιαλωμένο. Θα τσουγκρίζαμε στην υγεία και μακροημέρευση τέτοιων μαγαζιών που ολοένα και σπανίζουν. Θα τους ζητούσα να μην φέρουν όλα τα πιάτα μαζί. Θα πίναμε αργά, θα φιλοσοφούσαμε για την κατάντια της χώρας μας, θα καταλαβαίναμε ότι η αισιοδοξία μας στερεύει, θα χαζεύαμε τα τραπέζια να γεμίζουν με φασαριόζικες παρέες. Θα παρατηρούσα τον πάτερ φαμίλια αυτού του μαγαζιού, να περιφέρεται σε ένα προσεγμένο χώρο και να χαίρεται με αυτό που κάνει. Θα έκανα νόημα στον πιτσιρίκο σερβιτόρο, να ασχολείται περισσότερο με αυτόν (τον πάτερ φαμίλια - και να μαθαίνει από αυτόν), και να ασχολείται λιγότερο με το κινητό του. Θα κοίταζα μήπως εντοπίσω καμιά φωτογραφία του μακαρίτη του Ηλία Πετρόπουλου στους τοίχους. Θα του άρεσε πολύ εδώ. Θα πήγαινα νωρίς για να βρούμε ένα τραπέζι κοντά σε ένα ηχείο, για να ακούσουμε αυτή τη σπάνια μουσική που παίζουν. Θα ζητάγαμε και άλλο τσίπουρο. Προς το τέλος της βραδυάς, λίγο πριν τον λογαριασμό, θα αρνιόμασταν με ευγένεια το γλυκό, και θα ζητάγαμε ένα ψημένο τυρί, με λίγο μέλι και κανένα φρούτο.

Θα φεύγαμε. Και θα ξαναπηγαίναμε.