Loader

06 Ιαν 2017

Γεύση
Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 0 Tomatos 0
Εξυπηρέτηση
Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 4
Χώρος
Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 4
Value for money
Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 0 Tomatos 0
€ / Άτομο
17-25

Για το Feedελ μου είχαν εξάψει την περιέργεια και μου είχαν κινήσει το ενδιαφέρον, διάφορα άρθρα που έκαναν γνωστή την άφιξή του. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, προσανατολίζονταν στην αυθεντική urban γαστρονομία (πόσο πιασάρικος όρος…), υποστηρίζοντας και προωθώντας προϊόντα με καθαρά Ελληνική προέλευση. Κάτι που έχει γίνει πολύ της μόδας τα τελευταία χρόνια.
Όμως για να είμαι ειλικρινής, ούτε οι γνώσεις μου είναι σε τέτοιο επίπεδο ώστε να αντικρούσουν αν το τυρί που σύμφωνα με τον κατάλογο προέρχεται όντως από το Κάτω Χιλιομόδι, ούτε οι δυνατότητάς μου φτάνουν για να επιβεβαιώσουν πως το αρνάκι πράγματι τράφηκε στα καταπράσινα λιβάδια της Ροδόπης. Καλή την πίστει όμως, τα δέχομαι.
Έχοντας ως σημαία του τις πρωτότυπες δημιουργίες, σε πολύ προσιτές τιμές για το μέσο πορτοφόλι, έκανε αμέσως αισθητή την παρουσία του. Πρωτοξεκίνησε στα τέλη του 2015 και πρωτεργάτης του είναι ο σεφ Λεωνίδας Κουτσόπουλος ο οποίος έχει βάλει το χεράκι του και στην κουζίνα του αγαπημένου Rock & Balls, το οποίο είχα ως στέκι αλλά δυστυχώς παραμένει κλειστό από το Αύγουστο του 2016.
Στην αρχή είχε μία πινακίδα, προς ενημέρωση του κοινού, πως έχει κλείσει για ανακαίνιση κι ότι θα ανοίξει πάλι τον Σεπτέμβρη. Όμως επειδή από τότε έχουν ήδη κυλίσει αρκετοί μήνες στο ρυάκι του χρόνου, μου φαίνεται λίγο δυσοίωνο το ότι παραμένει ακόμα κλειστό. Δυσοίωνο μεν, αδικαιολόγητο δε, γιατί πάντα έσφυζε από ζωή και πελάτες οπότε δεν μπορώ να πιστέψω πως ήταν θέμα επιβίωσης. Εκτός κι αν έχουν μπλέξει στα γρανάζια του δυσκοίλιου κράτους μας και κρατιούνται όμηροι στις διαδικασίες του…
Για να επανέλθω στο Feedελ που το όνομά του παραπέμπει παιχνιδιάρικα κάπου ανάμεσα στο «Feed» και τον Fidel Castro (Θεός σχωρέστον), την πολύ καλή εικόνα ήρθαν και ενδυνάμωσαν οι κριτικές αγαπημένων και έμπειρων χρηστών. Κάποια στιγμή, το καλοκαίρι που μας πέρασε, το έψαξα και το βρήκα καλά κρυμμένο σε ένα εσωτερικό άνοιγμα μεταξύ ψηλών πολυκατοικιών του κέντρου της Αθήνας. Κάτι σαν εσωτερική αυλή. Σας ακούγεται λίγο κλειστοφοβικό αυτό? Δεν είναι!!! Σε εκείνο το σημείο υπήρχε μία μικρή και καταπράσινη όαση.
Την φρόντισαν ακόμα περισσότερο και το αποτέλεσμα είναι εκπληκτικό. Καταπράσινα, πυκνά δέντρα, φυτά-πουλιά του παραδείσου κι ένα μικρό μονοπάτι ανάμεσά τους που σε κατευθύνει στην αγκαλιά του. Τι κι αν είναι μερικά μόνο βήματα από την πολύβουη Ερμού, είναι ένας άλλος κόσμος. Ο εξωτερικός χώρος πραγματικά είναι από τους πιο γλυκούς στην Αθήνα.
Όμως και ο εσωτερικός είναι το ίδιο ατμοσφαιρικός, προσεγμένος σε κάθε λεπτομέρειά του. Παρόλο που έχουν επιλεγεί γήινα χρώματα και ένας άκρως ταιριαστός και σχετικά χαμηλός φωτισμός, παραμένει ευχάριστα φωτεινός. Αγάπησα το παλιό ξύλινο πάτωμά του που αν και το συντήρησαν, δεν υπερέβαλαν σε αυτό ώστε να το αφήσουν να δείχνει τα χρονάκια του. Και πολύ καλά έκαναν.
Οι τοίχοι του είναι καλυμμένοι από τουβλάκια σε αποχρώσεις του καφέ και σε ένα σημείο τους είναι ζωγραφισμένο ένα ασπρόμαυρο πορτραίτο της Frida Kahlo, σε μία τεχνοτροπία που παρέπεμπε αρκετά στην διακόσμηση του Rock & Balls. Κατά πάσα πιθανότητα να έχουν χρησιμοποιήσει τον ίδιο καλλιτέχνη. Από την οροφή, υπάρχουν σημεία που «ξερνάνε» χρυσό χρώμα. Ένα ομοίωμα κεφαλής από ελάφι, ένα απίστευτα γλυκό και τακτοποιημένο μπαρ και μικρές πινελιές από χριστουγεννιάτικα αντικείμενα, λόγω των ημερών, συνέθεταν ένα πολύ καλαίσθητο περιβάλλον. Επειδή ο εσωτερικός χώρος είναι σχετικά μικρός, πολύ καλή ιδέα του τύπου «κλειστού κήπου» στο βάθος, με τα κλαδιά δέντρων και τις λωρίδες από καθρέφτη που σου έδινε την αίσθηση του επιπλέον βάθους.
Ο χώρος είναι ίσως το μεγαλύτερο ατού τους. Και λέω «ίσως» γιατί έχει να συναγωνιστεί το service τους.
Ο κύριος που ανέλαβε την εξυπηρέτηση μας ήταν ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟΣ, κάτι που δεν άντεξα και του το είπα συνωμοτικά φεύγοντας. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, δεν το χειρίστηκα σωστά
. Έπρεπε να μεταφέρω τις πολύ καλές εντυπώσεις στον υπεύθυνό τους, αλλά η αλήθεια είναι πως δεν μου φάνηκε το ίδιο οικείος. Για να επανέλθω στον κύριο που μας εξυπηρέτησε, ήταν απίστευτα άνετος, χαμογελαστός, ευφυέστατος (αφού έπιανε όλες τις ατάκες μας και τις πήγαινε ένα βήμα παρακάτω), επεξηγηματικός, ανεπιτήδευτα ευγενέστατος.
Μια απίστευτη ισορροπία μεταξύ της αμεσότητας και του επαγγελματισμού. Και αυτό δεν είναι θέμα μόνο τυχόν σπουδών που έχει ακολουθήσει στο αντικείμενο. Είναι κυρίως θέμα πηγαίας ευγένειας. Μιας άλλης μορφής service σε ένα τέτοιον χώρο και concept θα με ξένιζε. Το ίδιο απόλυτα θετικά σχόλια δεν μπορώ να δώσω και για τους υπόλοιπους με τους οποίους συναναστραφήκαμε. Μια κυρία που έπαιξε συμπληρωματικό ρόλο στην εξυπηρέτησή μας (μας σέρβιρε το νερό και πήρε κάποια άδεια πιάτα από το τραπέζι μας), ήταν λίγο άχρωμη, άνευρη και εντελώς διεκπεραιωτική.
Όχι μόνο με εμάς, αφού την παρατηρούσα πως λειτουργούσε γενικά στον χώρο. Επίσης ένας κύριος που μας καλωσόρισε κατά την είσοδό μας και μας αποχαιρέτησε κατά την έξοδό μας (ο οποίος ίσως να είναι ο υπεύθυνος ή ακόμα και ο ιδιοκτήτης), ήταν μεν τυπικά ευγενικός αλλά με ύφος που όλοι μας μεταφράσαμε σε «τουπέ». Λίγο χαμόγελο και αμεσότητα δεν έχει βλάψει ποτέ κανέναν. Εντελώς λάθος κίνηση προς κάποιους που πριν από λίγο σε/σας τίμησαν με την επιλογή, επίσκεψη και παρουσία τους. Παρόλα αυτά, θα επιλέξω «4» στο service, κάτι που κέρδισε αποκλειστικά και μόνο με το σπαθί του, ο κύριος που μας εξυπηρέτησε. Την ίδια πολύ καλή βαθμολογία θα επιλέξω και για τον χώρο.
Εντύπωση μου έκανε πως παρά του ότι ήταν ώρα φαγητού, 9 στους 10 πελάτες τους το είχαν επισκεφτεί για καφέ. Ίσως να ήμασταν και η μοναδική παρέα που έπαιρναν το γεύμα της.
Λίγο πριν την παραγγελία, μας μύησαν στην φιλοσοφία τους. Μας αυτοσυστήθηκαν ως ένα γαστρονομικό μεζεδοπωλείο. Πως τα πιάτα τους μπαίνουν στην μέση του τραπεζιού ώστε να γευτούν όλοι από όλα. Διευκρινίζοντας και επισημαίνοντάς μας όμως πως η λέξη «μεζές» δεν είναι αντιπροσωπευτικό τους με την γενική έννοια, αφού το μέγεθος των μερίδων τους είναι μεγαλύτερο από αυτό ενός μεζέ.
Ο κατάλογος πραγματικά μικρός, κάτι που λέω ως θετικό και μόνο. Λίγες επιλογές, ευφάνταστες δημιουργίες, αναγραφή προέλευσης συστατικών, ελκυστικές περιγραφές. Στο ίδιο κατάλογο έκαναν παρέα πρώτες ύλες που ζούσαν στον πυθμένα της θάλασσας αλλά και άλλες που έβοσκαν –ελπίζω- πρασινάδες σε κάποια βουνοπλαγιά.. Οπότε οι προτάσεις τους μπορούν να καλύψουν σε αρκετά μεγάλο βαθμό τους επισκέπτες τους.
Οι τιμές ήταν σε επίπεδα που δεν σε τρόμαζαν (μέσος όρος 8-10 €), όμως έμενε το να δούμε και το τελικό αποτέλεσμα που θα προσγειωνότανε στο όμορφα στρωμένο τραπέζι μας. Μια ειδική μνεία στις χαρτοπετσέτες τους. Μια λεπτομέρεια που δεν πέρασε απαρατήρητη.
Όπως έχω ξαναπεί, είμαι άνθρωπος που μένω στην ουσία και όχι τόσο στην θεωρία. Είμαι μάλλον λίγο πιο κυνικός στις επιλογές και προτιμήσεις μου. Αν και έχω επισκεφτεί ανά τον κόσμο εστιατόρια που αυτοπροσδιορίζονταν ως gourmet και το κεφαλάκι του chef τους ζέσταιναν σκουφάκια Michelin, δεν είναι το στυλ που με τραβάει απόλυτα.
Σαφώς με ενδιαφέρει η εμφάνιση ενός πιάτου και με εξιτάρει να δοκιμάσω γεύσεις που δεν έχουν ξαναεπισκευτεί τον ουρανίσκο μου, αλλά όσο και ρηχό κι αν ακούγεται –και ίσως να είναι- θέλω να αποχωρώ με την αίσθηση πως έχω ικανοποιήσει την όρεξη και πείνα μου. Αλλιώς ποιος ο λόγος του να έχω επισκεφτεί ένα εστιατόριο? Ζητώ ταπεινά συγνώμη από όσους δεν συμφωνούν με αυτή την στάση μου. Μάλλον τα ένστικτα του θηλαστικού, υπερτερούν στην ύπαρξή μου.
Οπότε ίσως να μην είμαι και ο αντιπροσωπευτικός «κριτής» σε αυτού του είδους την κουζίνα και λογική. Επίσης, αυτή την στιγμή, μία μέρα μετά την επίσκεψή μας, έχω μαύρα μεσάνυχτα από τα ιδιαίτερα υλικά που απάρτιζαν το κάθε πιάτο που παραγγείλαμε. Πίστευα πως κάνοντας μία βόλτα στο διαδίκτυο όλο και κάπου θα έβρισκα το menu τους ώστε να φρεσκάρω την μνήμη μου. Είναι κάτι που συνήθως κάνω ώστε να βρω λεπτομέρειες των πιάτων που είναι ανθρωπίνως αδύνατο να συγκρατηθούν.
Έλεγα πως θα υπάρχει στο προφίλ τους στο Facebook ή πως θα υπάρχει κάποια official ιστοσελίδα τους. Έτσι δεν ασχολήθηκα και πολύ κατά την στιγμή της παραγγελίας, η οποία μόλις τερματίζει σου παίρνουν και τον κατάλογο από μπροστά σου. Όμως δεν κατάφερα να εντοπίσω τίποτα όσο κι αν έψαξα κι έτσι η περιγραφή των πιάτων δεν θα είναι όσο θα έπρεπε επαρκής, κινδυνεύοντας έτσι να τους αδικήσω.
Ήμασταν 4 άτομα.
Στην αρχή μας προσφέρθηκε εμφιαλωμένο νερό και περιποιημένο ψωμί σε μικρά καρβελάκια τύπου λευκού και πολύσπορου. Για το ψωμί όπως και για το νερό, ερωτηθήκαμε. Κάποιο συνοδευτικό ως κέρασμα, όχι. Επίσης μας προτάθηκε να ξεκινήσουμε το γεύμα μας με κάποιο cocktail ή απεριτίφ αλλά δεν ενδώσαμε. Παρατηρώντας λίγο αργότερα τον barman τους, νομίζω πως τα cocktails τους είναι ανάμεσα στα δυνατά τους χαρτιά.
Από κρασί επιλέξαμε λευκό Μαντινείας που αν θυμάμαι καλά κόστιζε γύρω στα 25 €. Επειδή είναι κρασί που έχω ξαναπάρει στο παρελθόν από κάβα, γνωρίζω πως η τιμή του στο λιανικό εμπόριο είναι γύρω στα 9€. Σε τιμές χονδρικής θα κοστίζει σαφώς χαμηλότερα. Για μια ακόμα φορά θα γκρινιάξω λίγο για τις τιμές που καλούμαστε να πληρώσουμε στην Ελλάδα και μάλιστα για ντόπιες ετικέτες. Φυσικά, καταλαβαίνω και τους επιχειρηματίες που έρχονται αντιμέτωποι με ακραία μεγάλη φορολογία.
• Σαλάτα πατζάρι (με «π» όπως «Παναγιώτα»). Μας σερβιρίστηκε με πραγματικά εντυπωσιακό στήσιμο πιάτου, σε βαθύ λευκό σκεύος. Είχε πατζάρι ετοιμασμένο με δύο τρόπους. Βρασμένο (που κάποιοι από την παρέα μας κράτησαν επιφυλάξεις εάν είναι φρέσκο και ετοιμασμένο από τους ίδιους ή ήταν συσκευασμένο) αλλά και σε μορφή ωμού, αφυδατωμένου, δαντελωτού chips που πρώτη φορά δοκίμαζα.
Το σύνολο συμπλήρωνε τριμμένο καρύδι, κάποιο είδος αλλαντικού που θύμιζε προσούτο και χοντρές ροδέλες από αχλάδι (τουλάχιστον σύμφωνα με τον κατάλογο γιατί εμένα μου φάνηκε για μήλο. Εκτός κι αν πέφτω τόσο έξω). Νόστιμη σαλάτα, πολύ ωραία παρουσίαση αλλά μέχρι εκεί. Αν εξαιρέσεις τα chips του αφυδατωμένου μπατζαριού, την υπόλοιπη σύνθεση υλικών την έχω ξανασυναντήσει πολλάκις. Και να σκεφτείτε πως αυτό το πιάτο που κέρδισε τις μέτριες εντυπώσεις μας, ήταν ανάμεσα στα καλύτερα που δοκιμάσαμε σε εκείνο το γεύμα.
• Πράσινη φάβα με τσορίθο, θυμάρι και τρούφα. Μας σερβιρίστηκε σε μαύρο βαθύ πιάτο. Έχω την εντύπωση πως δεν είχε τρούφα, αλλά απλώς το είχαν περιχύσει από επάνω με λάδι τρούφας. Αν κάνω λάθος και είχαν χρησιμοποιήσει και πραγματική τρούφα κατά την παρασκευή του πιάτου (κάτι που κανένας μας δεν βρήκε στην σύστασή του), ζητώ συγνώμη.
Αν όμως κάνοντας αναφορά στο μενού τους για τρούφα εννοούν πως χρησιμοποιούν απλώς λάδι της, είναι φάουλ και μάλιστα εκ του πονηρού. Κανονικά το τσορίθο πρέπει να είναι φρέσκο λουκάνικο που έχει ετοιμαστεί λίγο πριν προσφερθεί. Επειδή όλοι καταλαβαίνουμε την δυσκολία σε κάτι τέτοιο, πλέον δεν είναι τίποτε άλλο από κάποιου είδους καπνιστού λουκάνικου που σερβίρεται ωμό, ψιλοκομμένο ή σε λεπτές φέτες. Στην περίπτωσή μας ήταν σε μικρά κυβάκια που θύμιζαν αρκετά χοντροκομμένο λουκάνικο ή ακόμα και μπέικον.
Όλοι το θεωρήσαμε ως το καλύτερο πιάτο που δοκιμάσαμε. Μας προσφέρθηκε σε σωστή, ζεστή θερμοκρασία και πραγματικά μου έσπασε την μύτη όταν ήρθε μπροστά μας. Ήταν ότι πιο νόστιμο γεύτηκα και το προτείνω ανεπιφύλακτα.
• Κοτόπουλο με πουρέ. Το αδικεί πολύ αυτή η περιγραφή γιατί παραπέμπει σε κάτι πολύ πιο απλοϊκό από ότι πραγματικά ήταν τόσο στην γεύση όσο και στην παρουσίασή του. Σε λευκό, ρηχό σκεύος που θύμιζε ταψάκι, είχαν τοποθετήσει 5 σχετικά χοντρές ροδέλες από κοτόπουλο που έμοιαζε να έχει ετοιμαστεί με την τεχνική «ρολό», και ήταν σε πάχος και μέγεθος ενός μέτρια χοντρού λουκάνικου. Ανάμεσά τους υπήρχε από μία μικρή τουφίτσα από πουρέ. Στον καθένα της παρέας μας αναλογούσε από μία μπουκίτσα, ενώ στον πιο τολμηρό που θα έπαιρνε το τελευταίο κομμάτι από το πιάτο, και μία δεύτερη. Πολύ μικρή ποσότητα λοιπόν. Τι γίνεται όμως με την γεύση του? Ούτε κι εκεί ξετρελάθηκα. Μου φάνηκε εντελώς επίπεδο σε γεύση, ενώ στην δική μου μπουκιά βρήκα και χόνδρο από το κοτόπουλο. Ήταν τόσο μικρή η ποσότητα που δοκίμασα που πως θα μπορούσα να αποκρυσταλλώσω άποψη? Πιάτο που είτε είχα δοκιμάσει, είτε όχι, δεν νομίζω που θα έχανα και κάτι.
• Πανσέτα με πουρέ γλυκοπατάτας. Και πάλι το αδικώ έτσι όπως το γράφω, αλλά όπως σας είπα ήδη, μου είναι αδύνατο να θυμηθώ λεπτομέρειες. Θυμάμαι μόνο πως ήταν επίσης πολύ μικρή μερίδα (που γι αυτή την φθηνή πρώτη ύλη δεν δικαιολογεί την τιμή του πιάτου), πως γλύκιζε ευχάριστα και πως δεν μας σερβιρίστηκε σε σωστή θερμοκρασία αφού είχε αρχίσει ήδη να κρυώνει αισθητά. Για ένα κομμάτι κρέατος όπως αυτό που έχει τόσο πολύ λίπος, η μη σωστή του θερμοκρασία του έκοψε πολλούς πόντους. Τον πουρέ γλυκοπατάτας πρέπει να είχαν εμπλουτίσει με μικρά chips πατάτας (γλυκοπατάτας ή κανονικής) και τον βρήκα πολύ ενδιαφέρων και σε υφή και σε γεύση. Ένα ακόμα πιάτο σε συμπαθητικό μεν επίπεδο αλλά που και πάλι δεν θα επεδίωκα να το ξαναγευτώ στο μέλλον.
• Σπετζοφάι με παναρισμένο ποσέ αβγό. Δεν περίμενα την κλασική μορφή από ένα σπετζοφάι αλλά όχι και αυτό που μας σερβιρίστηκε. Στην ουσία ήταν ένα πιάτο με ελάχιστα μαγειρεμένα λαχανικά στην βάση (υπολογίστε λίγο παραπάνω από ένα κουταλάκι του γλυκού στον καθένα) που δεν έφτασαν για να δοκιμάσω, ένα αβγό και ένα ολόκληρο, λεπτό λουκάνικο που δεν είχε ετοιμαστεί με τα υπόλοιπα υλικά ώστε να πάρει την γεύση τους αλλά έδειχνε να είναι απλώς ψημένο σε σχάρα. Και έρχομαι και ερωτώ. Γιατί αυτό το πιάτο ονομάστηκε και προσδιορίστηκε ως «σπετζοφάι» κι όχι σαν απλώς ένα ψητό λουκάνικο με συνοδεία λαχανικών. Δηλαδή αν σε ένα πιάτο με μακαρόνια και κιμά προσθέσω δίπλα κι ένα μπολάκι με μπεσαμέλ, μπορώ να το ονομάσω «παστίτσιο»? Το αβγό ούτως ή άλλως ήταν Guest star στην συνταγή. Γιατί εγώ τώρα αυτό θα πρέπει να το θεωρήσω ως γαστρονομικό επίτευγμα ή ότι κάποιος πήρε μια κλασική συνταγή και την εξέλιξε? Ποιο είναι το βήμα μπροστά γιατί εγώ βλέπω ένα βήμα πίσω. Για να συνεχίσω, το λουκάνικο ήταν μικρό και λεπτό, που θύμιζε λίγο αυτά της Νυρεμβέργης αλλά ελαφρώς μεγαλύτερο σε μήκος. Μου φάνηκε εντελώς αδιάφορο και ενώ δεν ένοιωθα να έχει κορεστεί το αίσθημα της πείνας μου, δεν πήρα πάνω από 1-2 μικρές μπουκίτσες (όχι πως είχα περιθώρια και για περισσότερο). Ούτε αυτό μου φάνηκε να είναι σε σωστή θερμοκρασία και το ποσέ αβγό όχι σωστά ετοιμασμένο. Αν δεν κάνω λάθος, το σωστό ποσέ αβγό πρέπει να κρατάει τον κρόκο του σε αρκετά ρευστή μορφή. Το συγκεκριμένο είχε ξεπεράσει αυτό το σημείο ετοιμασίας τους και πλέον ο κρόκος του είχε σφίξει. Ένα ακόμα πιάτο που με άφησε εντελώς ασυγκίνητο.
• Εκ παραδρομής τους, στην αρχή αντί να μας φέρουν το πιάτο με το σπετζοφάι, μας έφεραν ένα άλλο με ζυμαρικά τύπου μικρού ντάμπλινγκ ή μεγάλου τορτελίνι, γεμιστά με κάποιο είδους κρέατος κι αν δεν κάνω λάθος, συνοδευμένα με ένα είδος λευκού τυριού. Σωστή κίνηση το ότι δεν το πήραν πίσω όταν κατάλαβαν το λάθος τους αλλά μας το άφησαν χωρίς να μας χρεωθεί. Μέσα από αυτό το λάθος δοκίμασα το 3ο καλύτερο κατ’ εμέ πιάτο εκείνου του γεύματος, χωρίς και πάλι να ενθουσιαστώ.
Ούτε στο τέλος μας προσφέρθηκε κάποιο κερασματάκι. Το γεύμα εκτιμήθηκε με πάνω από 20€ ανά άτομο οπότε έστω κι ένα κομματάκι γλυκό να μας πρόσφεραν στο τέλος ή κάποιας μορφής χωνευτικού ποτού, δεν θα έπεφτε το καράβι έξω. Αν και είχαν γλυκά στον κατάλογό τους, φοβούμενοι και πάλι το μέγεθος της μερίδας τους, τα αποφύγαμε ευγενικά.
Αν ξετρελάθηκα με τις γεύσεις? Κατηγορηματικό όχι. Δεν είναι και μεγάλη επιτυχία ενός εκπρόσωπου της αυθεντικής urban γαστρονομίας, όταν η φάβα ήταν το πιάτο που μας άρεσε περισσότερο.
Αν τις θεώρησα ξεχωριστές ή πρωτοποριακές? Όχι επίσης. Εντάξει, δεν περίμενα να συναντήσω μπροστά μου και δείγματα της απόλυτης παρθενογένεσης, αλλά τα όσα γεύτηκα δεν ξέφευγαν και πάρα πολύ από όσα έχω δοκιμάσει σε οποιοδήποτε άλλο, λίγο παραπάνω ψαγμένο μεζεδοπωλείο. Επίσης, μία «πειραγμένη» γεύση δεν σημαίνει αυτόματα πως είναι και πετυχημένη. Ποτέ δεν κατάλαβα αυτήν την ανάγκη να αποδομήσουμε και ξαναχτίσουμε υπό άλλες προοπτικές ότι μας περιβάλει (είτε είναι θέατρο, είτε μουσική, είτε κουζίνα). Πολλές φορές αισθάνομαι πως αυτό περισσότερο αποσκοπεί στο να με προκαλέσει (έστω και αρνητικά) παρά να με ικανοποιήσει. Είναι όπως όταν πηγαίνω στο Εθνικό θέατρο για να δω Σαίξπηρ κι ο Καρατζάς έχει αποφασίσει να εντάξει στο εκπληκτικό κείμενο της 12ης νύχτας ατάκες όπως «Μάγια η Μέλισσα», «Hi Five», «Fido Dido» και «Last Christmas I gave you my heart». Αγαπητέ κ. Καρατζά, επιστρατεύοντας όλη την σοβαρότητά μου, σε συνάρτηση πάντα με τις συγκεκριμένες συνθήκες, ένα έχω μόνο να σας πω: Πιτσιριτιτί Αιγαίο!
Αν χόρτασα? ΟΧΙ με κεφαλαία γράμματα. Τα όσα μου αναλογούσαν ζήτημα να γέμιζαν τα 2/3 ενός πιάτου κανονικής μερίδας. Και να συνυπολογιστεί πως από λάθος τους μας προσφέρθηκε και μία μερίδα παραπάνω. Όσο χοντροκομμένο κι αν ακούγεται, φεύγοντας το μυαλό μου πλημύρισε η κλισέ ατάκα «Εντάξει, πάμε για σουβλάκια τώρα μπας και βάλουμε κάτι στο στομάχι μας?». Όταν την άκουγα από άλλους, μου γύριζαν τα σωθικά μου ανάποδα. Έλα όμως που δυστυχώς ήρθε και έδεσε με την περίσταση.
Αν θεωρώ πολλά τα χρήματα που καταβάλαμε? Εντάξει, δεν θα πω πως το γεύμα ήταν ακριβό. Αν σκεφτείς όμως πως για ένα μπουκάλι κρασί και 5 μεζέδες (κάντε την αναλογία ανά άτομο) πληρώσαμε πάνω από 20€ ο καθένας, θεωρώ το τελικό αντίτιμο που κληθήκαμε να καταβάλουμε ως μη αντιπροσωπευτικό. Και μακάρι εδώ να με βοηθούσε να το δικαιολογήσω η σχέση ποσότητας-ποιότητας-τιμής, όμως οι πρώτες ύλες τους –με ελάχιστες εξαιρέσεις- δεν νομίζω πως είχαν υψηλό κοστολόγιο.
Ίσως να φαίνομαι παράξενος και συντηρητικός στο φαγητό. Επίσης μπορεί να χαρακτηριστώ λαϊκός και στενόμυαλος.
Δεν ξέρω τι περίμενα περνώντας την είσοδό τους, ξέρω όμως πολύ καλά τι αισθανόμουν κατά την στιγμή που αποχωρούσα. Και δυστυχώς αυτή η αίσθηση είχε απόλυτη ομοφωνία σε όλη την παρέα.
Όμως φυσικά μπορείτε να μη λάβετε απόλυτα την άποψη τεσσάρων λαϊκών και μη εκπαιδευμένων ουρανίσκων και να αποκομίσετε την δική σας άποψη και γνώμη που θα χαρώ να δω αναρτημένη έστω κι αν έρχεται σε πλήρη αντιδιαστολή με την δική μου. Ίσως σε πολλούς που θα το επισκεφτούν οι γεύσεις και το γενικό concept τους να «κουμπώσει» πολύ περισσότερο από ότι σε εμένα. Γούστα είναι αυτά.


  • Μόνο ο συντάκτης της κριτικής και ο εκπρόσωπος του εστιατορίου μπορούν να σχολιάσουν μια κριτική.

06 Ιαν 2017

Γεύση
Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 0 Tomatos 0
Εξυπηρέτηση
Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 4
Χώρος
Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 4
Value for money
Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 0 Tomatos 0
€ / Άτομο
17-25

Για το Feedελ μου είχαν εξάψει την περιέργεια και μου είχαν κινήσει το ενδιαφέρον, διάφορα άρθρα που έκαναν γνωστή την άφιξή του. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, προσανατολίζονταν στην αυθεντική urban γαστρονομία (πόσο πιασάρικος όρος…), υποστηρίζοντας και προωθώντας προϊόντα με καθαρά Ελληνική προέλευση. Κάτι που έχει γίνει πολύ της μόδας τα τελευταία χρόνια.
Όμως για να είμαι ειλικρινής, ούτε οι γνώσεις μου είναι σε τέτοιο επίπεδο ώστε να αντικρούσουν αν το τυρί που σύμφωνα με τον κατάλογο προέρχεται όντως από το Κάτω Χιλιομόδι, ούτε οι δυνατότητάς μου φτάνουν για να επιβεβαιώσουν πως το αρνάκι πράγματι τράφηκε στα καταπράσινα λιβάδια της Ροδόπης. Καλή την πίστει όμως, τα δέχομαι.
Έχοντας ως σημαία του τις πρωτότυπες δημιουργίες, σε πολύ προσιτές τιμές για το μέσο πορτοφόλι, έκανε αμέσως αισθητή την παρουσία του. Πρωτοξεκίνησε στα τέλη του 2015 και πρωτεργάτης του είναι ο σεφ Λεωνίδας Κουτσόπουλος ο οποίος έχει βάλει το χεράκι του και στην κουζίνα του αγαπημένου Rock & Balls, το οποίο είχα ως στέκι αλλά δυστυχώς παραμένει κλειστό από το Αύγουστο του 2016.
Στην αρχή είχε μία πινακίδα, προς ενημέρωση του κοινού, πως έχει κλείσει για ανακαίνιση κι ότι θα ανοίξει πάλι τον Σεπτέμβρη. Όμως επειδή από τότε έχουν ήδη κυλίσει αρκετοί μήνες στο ρυάκι του χρόνου, μου φαίνεται λίγο δυσοίωνο το ότι παραμένει ακόμα κλειστό. Δυσοίωνο μεν, αδικαιολόγητο δε, γιατί πάντα έσφυζε από ζωή και πελάτες οπότε δεν μπορώ να πιστέψω πως ήταν θέμα επιβίωσης. Εκτός κι αν έχουν μπλέξει στα γρανάζια του δυσκοίλιου κράτους μας και κρατιούνται όμηροι στις διαδικασίες του…
Για να επανέλθω στο Feedελ που το όνομά του παραπέμπει παιχνιδιάρικα κάπου ανάμεσα στο «Feed» και τον Fidel Castro (Θεός σχωρέστον), την πολύ καλή εικόνα ήρθαν και ενδυνάμωσαν οι κριτικές αγαπημένων και έμπειρων χρηστών. Κάποια στιγμή, το καλοκαίρι που μας πέρασε, το έψαξα και το βρήκα καλά κρυμμένο σε ένα εσωτερικό άνοιγμα μεταξύ ψηλών πολυκατοικιών του κέντρου της Αθήνας. Κάτι σαν εσωτερική αυλή. Σας ακούγεται λίγο κλειστοφοβικό αυτό? Δεν είναι!!! Σε εκείνο το σημείο υπήρχε μία μικρή και καταπράσινη όαση.
Την φρόντισαν ακόμα περισσότερο και το αποτέλεσμα είναι εκπληκτικό. Καταπράσινα, πυκνά δέντρα, φυτά-πουλιά του παραδείσου κι ένα μικρό μονοπάτι ανάμεσά τους που σε κατευθύνει στην αγκαλιά του. Τι κι αν είναι μερικά μόνο βήματα από την πολύβουη Ερμού, είναι ένας άλλος κόσμος. Ο εξωτερικός χώρος πραγματικά είναι από τους πιο γλυκούς στην Αθήνα.
Όμως και ο εσωτερικός είναι το ίδιο ατμοσφαιρικός, προσεγμένος σε κάθε λεπτομέρειά του. Παρόλο που έχουν επιλεγεί γήινα χρώματα και ένας άκρως ταιριαστός και σχετικά χαμηλός φωτισμός, παραμένει ευχάριστα φωτεινός. Αγάπησα το παλιό ξύλινο πάτωμά του που αν και το συντήρησαν, δεν υπερέβαλαν σε αυτό ώστε να το αφήσουν να δείχνει τα χρονάκια του. Και πολύ καλά έκαναν.
Οι τοίχοι του είναι καλυμμένοι από τουβλάκια σε αποχρώσεις του καφέ και σε ένα σημείο τους είναι ζωγραφισμένο ένα ασπρόμαυρο πορτραίτο της Frida Kahlo, σε μία τεχνοτροπία που παρέπεμπε αρκετά στην διακόσμηση του Rock & Balls. Κατά πάσα πιθανότητα να έχουν χρησιμοποιήσει τον ίδιο καλλιτέχνη. Από την οροφή, υπάρχουν σημεία που «ξερνάνε» χρυσό χρώμα. Ένα ομοίωμα κεφαλής από ελάφι, ένα απίστευτα γλυκό και τακτοποιημένο μπαρ και μικρές πινελιές από χριστουγεννιάτικα αντικείμενα, λόγω των ημερών, συνέθεταν ένα πολύ καλαίσθητο περιβάλλον. Επειδή ο εσωτερικός χώρος είναι σχετικά μικρός, πολύ καλή ιδέα του τύπου «κλειστού κήπου» στο βάθος, με τα κλαδιά δέντρων και τις λωρίδες από καθρέφτη που σου έδινε την αίσθηση του επιπλέον βάθους.
Ο χώρος είναι ίσως το μεγαλύτερο ατού τους. Και λέω «ίσως» γιατί έχει να συναγωνιστεί το service τους.
Ο κύριος που ανέλαβε την εξυπηρέτηση μας ήταν ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟΣ, κάτι που δεν άντεξα και του το είπα συνωμοτικά φεύγοντας. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, δεν το χειρίστηκα σωστά
. Έπρεπε να μεταφέρω τις πολύ καλές εντυπώσεις στον υπεύθυνό τους, αλλά η αλήθεια είναι πως δεν μου φάνηκε το ίδιο οικείος. Για να επανέλθω στον κύριο που μας εξυπηρέτησε, ήταν απίστευτα άνετος, χαμογελαστός, ευφυέστατος (αφού έπιανε όλες τις ατάκες μας και τις πήγαινε ένα βήμα παρακάτω), επεξηγηματικός, ανεπιτήδευτα ευγενέστατος.
Μια απίστευτη ισορροπία μεταξύ της αμεσότητας και του επαγγελματισμού. Και αυτό δεν είναι θέμα μόνο τυχόν σπουδών που έχει ακολουθήσει στο αντικείμενο. Είναι κυρίως θέμα πηγαίας ευγένειας. Μιας άλλης μορφής service σε ένα τέτοιον χώρο και concept θα με ξένιζε. Το ίδιο απόλυτα θετικά σχόλια δεν μπορώ να δώσω και για τους υπόλοιπους με τους οποίους συναναστραφήκαμε. Μια κυρία που έπαιξε συμπληρωματικό ρόλο στην εξυπηρέτησή μας (μας σέρβιρε το νερό και πήρε κάποια άδεια πιάτα από το τραπέζι μας), ήταν λίγο άχρωμη, άνευρη και εντελώς διεκπεραιωτική.
Όχι μόνο με εμάς, αφού την παρατηρούσα πως λειτουργούσε γενικά στον χώρο. Επίσης ένας κύριος που μας καλωσόρισε κατά την είσοδό μας και μας αποχαιρέτησε κατά την έξοδό μας (ο οποίος ίσως να είναι ο υπεύθυνος ή ακόμα και ο ιδιοκτήτης), ήταν μεν τυπικά ευγενικός αλλά με ύφος που όλοι μας μεταφράσαμε σε «τουπέ». Λίγο χαμόγελο και αμεσότητα δεν έχει βλάψει ποτέ κανέναν. Εντελώς λάθος κίνηση προς κάποιους που πριν από λίγο σε/σας τίμησαν με την επιλογή, επίσκεψη και παρουσία τους. Παρόλα αυτά, θα επιλέξω «4» στο service, κάτι που κέρδισε αποκλειστικά και μόνο με το σπαθί του, ο κύριος που μας εξυπηρέτησε. Την ίδια πολύ καλή βαθμολογία θα επιλέξω και για τον χώρο.
Εντύπωση μου έκανε πως παρά του ότι ήταν ώρα φαγητού, 9 στους 10 πελάτες τους το είχαν επισκεφτεί για καφέ. Ίσως να ήμασταν και η μοναδική παρέα που έπαιρναν το γεύμα της.
Λίγο πριν την παραγγελία, μας μύησαν στην φιλοσοφία τους. Μας αυτοσυστήθηκαν ως ένα γαστρονομικό μεζεδοπωλείο. Πως τα πιάτα τους μπαίνουν στην μέση του τραπεζιού ώστε να γευτούν όλοι από όλα. Διευκρινίζοντας και επισημαίνοντάς μας όμως πως η λέξη «μεζές» δεν είναι αντιπροσωπευτικό τους με την γενική έννοια, αφού το μέγεθος των μερίδων τους είναι μεγαλύτερο από αυτό ενός μεζέ.
Ο κατάλογος πραγματικά μικρός, κάτι που λέω ως θετικό και μόνο. Λίγες επιλογές, ευφάνταστες δημιουργίες, αναγραφή προέλευσης συστατικών, ελκυστικές περιγραφές. Στο ίδιο κατάλογο έκαναν παρέα πρώτες ύλες που ζούσαν στον πυθμένα της θάλασσας αλλά και άλλες που έβοσκαν –ελπίζω- πρασινάδες σε κάποια βουνοπλαγιά.. Οπότε οι προτάσεις τους μπορούν να καλύψουν σε αρκετά μεγάλο βαθμό τους επισκέπτες τους.
Οι τιμές ήταν σε επίπεδα που δεν σε τρόμαζαν (μέσος όρος 8-10 €), όμως έμενε το να δούμε και το τελικό αποτέλεσμα που θα προσγειωνότανε στο όμορφα στρωμένο τραπέζι μας. Μια ειδική μνεία στις χαρτοπετσέτες τους. Μια λεπτομέρεια που δεν πέρασε απαρατήρητη.
Όπως έχω ξαναπεί, είμαι άνθρωπος που μένω στην ουσία και όχι τόσο στην θεωρία. Είμαι μάλλον λίγο πιο κυνικός στις επιλογές και προτιμήσεις μου. Αν και έχω επισκεφτεί ανά τον κόσμο εστιατόρια που αυτοπροσδιορίζονταν ως gourmet και το κεφαλάκι του chef τους ζέσταιναν σκουφάκια Michelin, δεν είναι το στυλ που με τραβάει απόλυτα.
Σαφώς με ενδιαφέρει η εμφάνιση ενός πιάτου και με εξιτάρει να δοκιμάσω γεύσεις που δεν έχουν ξαναεπισκευτεί τον ουρανίσκο μου, αλλά όσο και ρηχό κι αν ακούγεται –και ίσως να είναι- θέλω να αποχωρώ με την αίσθηση πως έχω ικανοποιήσει την όρεξη και πείνα μου. Αλλιώς ποιος ο λόγος του να έχω επισκεφτεί ένα εστιατόριο? Ζητώ ταπεινά συγνώμη από όσους δεν συμφωνούν με αυτή την στάση μου. Μάλλον τα ένστικτα του θηλαστικού, υπερτερούν στην ύπαρξή μου.
Οπότε ίσως να μην είμαι και ο αντιπροσωπευτικός «κριτής» σε αυτού του είδους την κουζίνα και λογική. Επίσης, αυτή την στιγμή, μία μέρα μετά την επίσκεψή μας, έχω μαύρα μεσάνυχτα από τα ιδιαίτερα υλικά που απάρτιζαν το κάθε πιάτο που παραγγείλαμε. Πίστευα πως κάνοντας μία βόλτα στο διαδίκτυο όλο και κάπου θα έβρισκα το menu τους ώστε να φρεσκάρω την μνήμη μου. Είναι κάτι που συνήθως κάνω ώστε να βρω λεπτομέρειες των πιάτων που είναι ανθρωπίνως αδύνατο να συγκρατηθούν.
Έλεγα πως θα υπάρχει στο προφίλ τους στο Facebook ή πως θα υπάρχει κάποια official ιστοσελίδα τους. Έτσι δεν ασχολήθηκα και πολύ κατά την στιγμή της παραγγελίας, η οποία μόλις τερματίζει σου παίρνουν και τον κατάλογο από μπροστά σου. Όμως δεν κατάφερα να εντοπίσω τίποτα όσο κι αν έψαξα κι έτσι η περιγραφή των πιάτων δεν θα είναι όσο θα έπρεπε επαρκής, κινδυνεύοντας έτσι να τους αδικήσω.
Ήμασταν 4 άτομα.
Στην αρχή μας προσφέρθηκε εμφιαλωμένο νερό και περιποιημένο ψωμί σε μικρά καρβελάκια τύπου λευκού και πολύσπορου. Για το ψωμί όπως και για το νερό, ερωτηθήκαμε. Κάποιο συνοδευτικό ως κέρασμα, όχι. Επίσης μας προτάθηκε να ξεκινήσουμε το γεύμα μας με κάποιο cocktail ή απεριτίφ αλλά δεν ενδώσαμε. Παρατηρώντας λίγο αργότερα τον barman τους, νομίζω πως τα cocktails τους είναι ανάμεσα στα δυνατά τους χαρτιά.
Από κρασί επιλέξαμε λευκό Μαντινείας που αν θυμάμαι καλά κόστιζε γύρω στα 25 €. Επειδή είναι κρασί που έχω ξαναπάρει στο παρελθόν από κάβα, γνωρίζω πως η τιμή του στο λιανικό εμπόριο είναι γύρω στα 9€. Σε τιμές χονδρικής θα κοστίζει σαφώς χαμηλότερα. Για μια ακόμα φορά θα γκρινιάξω λίγο για τις τιμές που καλούμαστε να πληρώσουμε στην Ελλάδα και μάλιστα για ντόπιες ετικέτες. Φυσικά, καταλαβαίνω και τους επιχειρηματίες που έρχονται αντιμέτωποι με ακραία μεγάλη φορολογία.
• Σαλάτα πατζάρι (με «π» όπως «Παναγιώτα»). Μας σερβιρίστηκε με πραγματικά εντυπωσιακό στήσιμο πιάτου, σε βαθύ λευκό σκεύος. Είχε πατζάρι ετοιμασμένο με δύο τρόπους. Βρασμένο (που κάποιοι από την παρέα μας κράτησαν επιφυλάξεις εάν είναι φρέσκο και ετοιμασμένο από τους ίδιους ή ήταν συσκευασμένο) αλλά και σε μορφή ωμού, αφυδατωμένου, δαντελωτού chips που πρώτη φορά δοκίμαζα.
Το σύνολο συμπλήρωνε τριμμένο καρύδι, κάποιο είδος αλλαντικού που θύμιζε προσούτο και χοντρές ροδέλες από αχλάδι (τουλάχιστον σύμφωνα με τον κατάλογο γιατί εμένα μου φάνηκε για μήλο. Εκτός κι αν πέφτω τόσο έξω). Νόστιμη σαλάτα, πολύ ωραία παρουσίαση αλλά μέχρι εκεί. Αν εξαιρέσεις τα chips του αφυδατωμένου μπατζαριού, την υπόλοιπη σύνθεση υλικών την έχω ξανασυναντήσει πολλάκις. Και να σκεφτείτε πως αυτό το πιάτο που κέρδισε τις μέτριες εντυπώσεις μας, ήταν ανάμεσα στα καλύτερα που δοκιμάσαμε σε εκείνο το γεύμα.
• Πράσινη φάβα με τσορίθο, θυμάρι και τρούφα. Μας σερβιρίστηκε σε μαύρο βαθύ πιάτο. Έχω την εντύπωση πως δεν είχε τρούφα, αλλά απλώς το είχαν περιχύσει από επάνω με λάδι τρούφας. Αν κάνω λάθος και είχαν χρησιμοποιήσει και πραγματική τρούφα κατά την παρασκευή του πιάτου (κάτι που κανένας μας δεν βρήκε στην σύστασή του), ζητώ συγνώμη.
Αν όμως κάνοντας αναφορά στο μενού τους για τρούφα εννοούν πως χρησιμοποιούν απλώς λάδι της, είναι φάουλ και μάλιστα εκ του πονηρού. Κανονικά το τσορίθο πρέπει να είναι φρέσκο λουκάνικο που έχει ετοιμαστεί λίγο πριν προσφερθεί. Επειδή όλοι καταλαβαίνουμε την δυσκολία σε κάτι τέτοιο, πλέον δεν είναι τίποτε άλλο από κάποιου είδους καπνιστού λουκάνικου που σερβίρεται ωμό, ψιλοκομμένο ή σε λεπτές φέτες. Στην περίπτωσή μας ήταν σε μικρά κυβάκια που θύμιζαν αρκετά χοντροκομμένο λουκάνικο ή ακόμα και μπέικον.
Όλοι το θεωρήσαμε ως το καλύτερο πιάτο που δοκιμάσαμε. Μας προσφέρθηκε σε σωστή, ζεστή θερμοκρασία και πραγματικά μου έσπασε την μύτη όταν ήρθε μπροστά μας. Ήταν ότι πιο νόστιμο γεύτηκα και το προτείνω ανεπιφύλακτα.
• Κοτόπουλο με πουρέ. Το αδικεί πολύ αυτή η περιγραφή γιατί παραπέμπει σε κάτι πολύ πιο απλοϊκό από ότι πραγματικά ήταν τόσο στην γεύση όσο και στην παρουσίασή του. Σε λευκό, ρηχό σκεύος που θύμιζε ταψάκι, είχαν τοποθετήσει 5 σχετικά χοντρές ροδέλες από κοτόπουλο που έμοιαζε να έχει ετοιμαστεί με την τεχνική «ρολό», και ήταν σε πάχος και μέγεθος ενός μέτρια χοντρού λουκάνικου. Ανάμεσά τους υπήρχε από μία μικρή τουφίτσα από πουρέ. Στον καθένα της παρέας μας αναλογούσε από μία μπουκίτσα, ενώ στον πιο τολμηρό που θα έπαιρνε το τελευταίο κομμάτι από το πιάτο, και μία δεύτερη. Πολύ μικρή ποσότητα λοιπόν. Τι γίνεται όμως με την γεύση του? Ούτε κι εκεί ξετρελάθηκα. Μου φάνηκε εντελώς επίπεδο σε γεύση, ενώ στην δική μου μπουκιά βρήκα και χόνδρο από το κοτόπουλο. Ήταν τόσο μικρή η ποσότητα που δοκίμασα που πως θα μπορούσα να αποκρυσταλλώσω άποψη? Πιάτο που είτε είχα δοκιμάσει, είτε όχι, δεν νομίζω που θα έχανα και κάτι.
• Πανσέτα με πουρέ γλυκοπατάτας. Και πάλι το αδικώ έτσι όπως το γράφω, αλλά όπως σας είπα ήδη, μου είναι αδύνατο να θυμηθώ λεπτομέρειες. Θυμάμαι μόνο πως ήταν επίσης πολύ μικρή μερίδα (που γι αυτή την φθηνή πρώτη ύλη δεν δικαιολογεί την τιμή του πιάτου), πως γλύκιζε ευχάριστα και πως δεν μας σερβιρίστηκε σε σωστή θερμοκρασία αφού είχε αρχίσει ήδη να κρυώνει αισθητά. Για ένα κομμάτι κρέατος όπως αυτό που έχει τόσο πολύ λίπος, η μη σωστή του θερμοκρασία του έκοψε πολλούς πόντους. Τον πουρέ γλυκοπατάτας πρέπει να είχαν εμπλουτίσει με μικρά chips πατάτας (γλυκοπατάτας ή κανονικής) και τον βρήκα πολύ ενδιαφέρων και σε υφή και σε γεύση. Ένα ακόμα πιάτο σε συμπαθητικό μεν επίπεδο αλλά που και πάλι δεν θα επεδίωκα να το ξαναγευτώ στο μέλλον.
• Σπετζοφάι με παναρισμένο ποσέ αβγό. Δεν περίμενα την κλασική μορφή από ένα σπετζοφάι αλλά όχι και αυτό που μας σερβιρίστηκε. Στην ουσία ήταν ένα πιάτο με ελάχιστα μαγειρεμένα λαχανικά στην βάση (υπολογίστε λίγο παραπάνω από ένα κουταλάκι του γλυκού στον καθένα) που δεν έφτασαν για να δοκιμάσω, ένα αβγό και ένα ολόκληρο, λεπτό λουκάνικο που δεν είχε ετοιμαστεί με τα υπόλοιπα υλικά ώστε να πάρει την γεύση τους αλλά έδειχνε να είναι απλώς ψημένο σε σχάρα. Και έρχομαι και ερωτώ. Γιατί αυτό το πιάτο ονομάστηκε και προσδιορίστηκε ως «σπετζοφάι» κι όχι σαν απλώς ένα ψητό λουκάνικο με συνοδεία λαχανικών. Δηλαδή αν σε ένα πιάτο με μακαρόνια και κιμά προσθέσω δίπλα κι ένα μπολάκι με μπεσαμέλ, μπορώ να το ονομάσω «παστίτσιο»? Το αβγό ούτως ή άλλως ήταν Guest star στην συνταγή. Γιατί εγώ τώρα αυτό θα πρέπει να το θεωρήσω ως γαστρονομικό επίτευγμα ή ότι κάποιος πήρε μια κλασική συνταγή και την εξέλιξε? Ποιο είναι το βήμα μπροστά γιατί εγώ βλέπω ένα βήμα πίσω. Για να συνεχίσω, το λουκάνικο ήταν μικρό και λεπτό, που θύμιζε λίγο αυτά της Νυρεμβέργης αλλά ελαφρώς μεγαλύτερο σε μήκος. Μου φάνηκε εντελώς αδιάφορο και ενώ δεν ένοιωθα να έχει κορεστεί το αίσθημα της πείνας μου, δεν πήρα πάνω από 1-2 μικρές μπουκίτσες (όχι πως είχα περιθώρια και για περισσότερο). Ούτε αυτό μου φάνηκε να είναι σε σωστή θερμοκρασία και το ποσέ αβγό όχι σωστά ετοιμασμένο. Αν δεν κάνω λάθος, το σωστό ποσέ αβγό πρέπει να κρατάει τον κρόκο του σε αρκετά ρευστή μορφή. Το συγκεκριμένο είχε ξεπεράσει αυτό το σημείο ετοιμασίας τους και πλέον ο κρόκος του είχε σφίξει. Ένα ακόμα πιάτο που με άφησε εντελώς ασυγκίνητο.
• Εκ παραδρομής τους, στην αρχή αντί να μας φέρουν το πιάτο με το σπετζοφάι, μας έφεραν ένα άλλο με ζυμαρικά τύπου μικρού ντάμπλινγκ ή μεγάλου τορτελίνι, γεμιστά με κάποιο είδους κρέατος κι αν δεν κάνω λάθος, συνοδευμένα με ένα είδος λευκού τυριού. Σωστή κίνηση το ότι δεν το πήραν πίσω όταν κατάλαβαν το λάθος τους αλλά μας το άφησαν χωρίς να μας χρεωθεί. Μέσα από αυτό το λάθος δοκίμασα το 3ο καλύτερο κατ’ εμέ πιάτο εκείνου του γεύματος, χωρίς και πάλι να ενθουσιαστώ.
Ούτε στο τέλος μας προσφέρθηκε κάποιο κερασματάκι. Το γεύμα εκτιμήθηκε με πάνω από 20€ ανά άτομο οπότε έστω κι ένα κομματάκι γλυκό να μας πρόσφεραν στο τέλος ή κάποιας μορφής χωνευτικού ποτού, δεν θα έπεφτε το καράβι έξω. Αν και είχαν γλυκά στον κατάλογό τους, φοβούμενοι και πάλι το μέγεθος της μερίδας τους, τα αποφύγαμε ευγενικά.
Αν ξετρελάθηκα με τις γεύσεις? Κατηγορηματικό όχι. Δεν είναι και μεγάλη επιτυχία ενός εκπρόσωπου της αυθεντικής urban γαστρονομίας, όταν η φάβα ήταν το πιάτο που μας άρεσε περισσότερο.
Αν τις θεώρησα ξεχωριστές ή πρωτοποριακές? Όχι επίσης. Εντάξει, δεν περίμενα να συναντήσω μπροστά μου και δείγματα της απόλυτης παρθενογένεσης, αλλά τα όσα γεύτηκα δεν ξέφευγαν και πάρα πολύ από όσα έχω δοκιμάσει σε οποιοδήποτε άλλο, λίγο παραπάνω ψαγμένο μεζεδοπωλείο. Επίσης, μία «πειραγμένη» γεύση δεν σημαίνει αυτόματα πως είναι και πετυχημένη. Ποτέ δεν κατάλαβα αυτήν την ανάγκη να αποδομήσουμε και ξαναχτίσουμε υπό άλλες προοπτικές ότι μας περιβάλει (είτε είναι θέατρο, είτε μουσική, είτε κουζίνα). Πολλές φορές αισθάνομαι πως αυτό περισσότερο αποσκοπεί στο να με προκαλέσει (έστω και αρνητικά) παρά να με ικανοποιήσει. Είναι όπως όταν πηγαίνω στο Εθνικό θέατρο για να δω Σαίξπηρ κι ο Καρατζάς έχει αποφασίσει να εντάξει στο εκπληκτικό κείμενο της 12ης νύχτας ατάκες όπως «Μάγια η Μέλισσα», «Hi Five», «Fido Dido» και «Last Christmas I gave you my heart». Αγαπητέ κ. Καρατζά, επιστρατεύοντας όλη την σοβαρότητά μου, σε συνάρτηση πάντα με τις συγκεκριμένες συνθήκες, ένα έχω μόνο να σας πω: Πιτσιριτιτί Αιγαίο!
Αν χόρτασα? ΟΧΙ με κεφαλαία γράμματα. Τα όσα μου αναλογούσαν ζήτημα να γέμιζαν τα 2/3 ενός πιάτου κανονικής μερίδας. Και να συνυπολογιστεί πως από λάθος τους μας προσφέρθηκε και μία μερίδα παραπάνω. Όσο χοντροκομμένο κι αν ακούγεται, φεύγοντας το μυαλό μου πλημύρισε η κλισέ ατάκα «Εντάξει, πάμε για σουβλάκια τώρα μπας και βάλουμε κάτι στο στομάχι μας?». Όταν την άκουγα από άλλους, μου γύριζαν τα σωθικά μου ανάποδα. Έλα όμως που δυστυχώς ήρθε και έδεσε με την περίσταση.
Αν θεωρώ πολλά τα χρήματα που καταβάλαμε? Εντάξει, δεν θα πω πως το γεύμα ήταν ακριβό. Αν σκεφτείς όμως πως για ένα μπουκάλι κρασί και 5 μεζέδες (κάντε την αναλογία ανά άτομο) πληρώσαμε πάνω από 20€ ο καθένας, θεωρώ το τελικό αντίτιμο που κληθήκαμε να καταβάλουμε ως μη αντιπροσωπευτικό. Και μακάρι εδώ να με βοηθούσε να το δικαιολογήσω η σχέση ποσότητας-ποιότητας-τιμής, όμως οι πρώτες ύλες τους –με ελάχιστες εξαιρέσεις- δεν νομίζω πως είχαν υψηλό κοστολόγιο.
Ίσως να φαίνομαι παράξενος και συντηρητικός στο φαγητό. Επίσης μπορεί να χαρακτηριστώ λαϊκός και στενόμυαλος.
Δεν ξέρω τι περίμενα περνώντας την είσοδό τους, ξέρω όμως πολύ καλά τι αισθανόμουν κατά την στιγμή που αποχωρούσα. Και δυστυχώς αυτή η αίσθηση είχε απόλυτη ομοφωνία σε όλη την παρέα.
Όμως φυσικά μπορείτε να μη λάβετε απόλυτα την άποψη τεσσάρων λαϊκών και μη εκπαιδευμένων ουρανίσκων και να αποκομίσετε την δική σας άποψη και γνώμη που θα χαρώ να δω αναρτημένη έστω κι αν έρχεται σε πλήρη αντιδιαστολή με την δική μου. Ίσως σε πολλούς που θα το επισκεφτούν οι γεύσεις και το γενικό concept τους να «κουμπώσει» πολύ περισσότερο από ότι σε εμένα. Γούστα είναι αυτά.


  • Μόνο ο συντάκτης της κριτικής και ο εκπρόσωπος του εστιατορίου μπορούν να σχολιάσουν μια κριτική.

Etable

ΙΩΓΙΑΝΝΗΣ

Κυριακή 17 Δεκεμβρίου

Γεύση

Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 0 Tomatos 0

Εξυπηρέτηση

Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 4

Χώρος

Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 4

Value for money

Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 0 Tomatos 0

€ / Άτομο

17-25

Για το Feedελ μου είχαν εξάψει την περιέργεια και μου είχαν κινήσει το ενδιαφέρον, διάφορα άρθρα που έκαναν γνωστή την άφιξή του. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, προσανατολίζονταν στην αυθεντική urban γαστρονομία (πόσο πιασάρικος όρος…), υποστηρίζοντας και προωθώντας προϊόντα με καθαρά Ελληνική προέλευση. Κάτι που έχει γίνει πολύ της μόδας τα τελευταία χρόνια.
Όμως για να είμαι ειλικρινής, ούτε οι γνώσεις μου είναι σε τέτοιο επίπεδο ώστε να αντικρούσουν αν το τυρί που σύμφωνα με τον κατάλογο προέρχεται όντως από το Κάτω Χιλιομόδι, ούτε οι δυνατότητάς μου φτάνουν για να επιβεβαιώσουν πως το αρνάκι πράγματι τράφηκε στα καταπράσινα λιβάδια της Ροδόπης. Καλή την πίστει όμως, τα δέχομαι.
Έχοντας ως σημαία του τις πρωτότυπες δημιουργίες, σε πολύ προσιτές τιμές για το μέσο πορτοφόλι, έκανε αμέσως αισθητή την παρουσία του. Πρωτοξεκίνησε στα τέλη του 2015 και πρωτεργάτης του είναι ο σεφ Λεωνίδας Κουτσόπουλος ο οποίος έχει βάλει το χεράκι του και στην κουζίνα του αγαπημένου Rock & Balls, το οποίο είχα ως στέκι αλλά δυστυχώς παραμένει κλειστό από το Αύγουστο του 2016.
Στην αρχή είχε μία πινακίδα, προς ενημέρωση του κοινού, πως έχει κλείσει για ανακαίνιση κι ότι θα ανοίξει πάλι τον Σεπτέμβρη. Όμως επειδή από τότε έχουν ήδη κυλίσει αρκετοί μήνες στο ρυάκι του χρόνου, μου φαίνεται λίγο δυσοίωνο το ότι παραμένει ακόμα κλειστό. Δυσοίωνο μεν, αδικαιολόγητο δε, γιατί πάντα έσφυζε από ζωή και πελάτες οπότε δεν μπορώ να πιστέψω πως ήταν θέμα επιβίωσης. Εκτός κι αν έχουν μπλέξει στα γρανάζια του δυσκοίλιου κράτους μας και κρατιούνται όμηροι στις διαδικασίες του…
Για να επανέλθω στο Feedελ που το όνομά του παραπέμπει παιχνιδιάρικα κάπου ανάμεσα στο «Feed» και τον Fidel Castro (Θεός σχωρέστον), την πολύ καλή εικόνα ήρθαν και ενδυνάμωσαν οι κριτικές αγαπημένων και έμπειρων χρηστών. Κάποια στιγμή, το καλοκαίρι που μας πέρασε, το έψαξα και το βρήκα καλά κρυμμένο σε ένα εσωτερικό άνοιγμα μεταξύ ψηλών πολυκατοικιών του κέντρου της Αθήνας. Κάτι σαν εσωτερική αυλή. Σας ακούγεται λίγο κλειστοφοβικό αυτό? Δεν είναι!!! Σε εκείνο το σημείο υπήρχε μία μικρή και καταπράσινη όαση.
Την φρόντισαν ακόμα περισσότερο και το αποτέλεσμα είναι εκπληκτικό. Καταπράσινα, πυκνά δέντρα, φυτά-πουλιά του παραδείσου κι ένα μικρό μονοπάτι ανάμεσά τους που σε κατευθύνει στην αγκαλιά του. Τι κι αν είναι μερικά μόνο βήματα από την πολύβουη Ερμού, είναι ένας άλλος κόσμος. Ο εξωτερικός χώρος πραγματικά είναι από τους πιο γλυκούς στην Αθήνα.
Όμως και ο εσωτερικός είναι το ίδιο ατμοσφαιρικός, προσεγμένος σε κάθε λεπτομέρειά του. Παρόλο που έχουν επιλεγεί γήινα χρώματα και ένας άκρως ταιριαστός και σχετικά χαμηλός φωτισμός, παραμένει ευχάριστα φωτεινός. Αγάπησα το παλιό ξύλινο πάτωμά του που αν και το συντήρησαν, δεν υπερέβαλαν σε αυτό ώστε να το αφήσουν να δείχνει τα χρονάκια του. Και πολύ καλά έκαναν.
Οι τοίχοι του είναι καλυμμένοι από τουβλάκια σε αποχρώσεις του καφέ και σε ένα σημείο τους είναι ζωγραφισμένο ένα ασπρόμαυρο πορτραίτο της Frida Kahlo, σε μία τεχνοτροπία που παρέπεμπε αρκετά στην διακόσμηση του Rock & Balls. Κατά πάσα πιθανότητα να έχουν χρησιμοποιήσει τον ίδιο καλλιτέχνη. Από την οροφή, υπάρχουν σημεία που «ξερνάνε» χρυσό χρώμα. Ένα ομοίωμα κεφαλής από ελάφι, ένα απίστευτα γλυκό και τακτοποιημένο μπαρ και μικρές πινελιές από χριστουγεννιάτικα αντικείμενα, λόγω των ημερών, συνέθεταν ένα πολύ καλαίσθητο περιβάλλον. Επειδή ο εσωτερικός χώρος είναι σχετικά μικρός, πολύ καλή ιδέα του τύπου «κλειστού κήπου» στο βάθος, με τα κλαδιά δέντρων και τις λωρίδες από καθρέφτη που σου έδινε την αίσθηση του επιπλέον βάθους.
Ο χώρος είναι ίσως το μεγαλύτερο ατού τους. Και λέω «ίσως» γιατί έχει να συναγωνιστεί το service τους.
Ο κύριος που ανέλαβε την εξυπηρέτηση μας ήταν ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟΣ, κάτι που δεν άντεξα και του το είπα συνωμοτικά φεύγοντας. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, δεν το χειρίστηκα σωστά
. Έπρεπε να μεταφέρω τις πολύ καλές εντυπώσεις στον υπεύθυνό τους, αλλά η αλήθεια είναι πως δεν μου φάνηκε το ίδιο οικείος. Για να επανέλθω στον κύριο που μας εξυπηρέτησε, ήταν απίστευτα άνετος, χαμογελαστός, ευφυέστατος (αφού έπιανε όλες τις ατάκες μας και τις πήγαινε ένα βήμα παρακάτω), επεξηγηματικός, ανεπιτήδευτα ευγενέστατος.
Μια απίστευτη ισορροπία μεταξύ της αμεσότητας και του επαγγελματισμού. Και αυτό δεν είναι θέμα μόνο τυχόν σπουδών που έχει ακολουθήσει στο αντικείμενο. Είναι κυρίως θέμα πηγαίας ευγένειας. Μιας άλλης μορφής service σε ένα τέτοιον χώρο και concept θα με ξένιζε. Το ίδιο απόλυτα θετικά σχόλια δεν μπορώ να δώσω και για τους υπόλοιπους με τους οποίους συναναστραφήκαμε. Μια κυρία που έπαιξε συμπληρωματικό ρόλο στην εξυπηρέτησή μας (μας σέρβιρε το νερό και πήρε κάποια άδεια πιάτα από το τραπέζι μας), ήταν λίγο άχρωμη, άνευρη και εντελώς διεκπεραιωτική.
Όχι μόνο με εμάς, αφού την παρατηρούσα πως λειτουργούσε γενικά στον χώρο. Επίσης ένας κύριος που μας καλωσόρισε κατά την είσοδό μας και μας αποχαιρέτησε κατά την έξοδό μας (ο οποίος ίσως να είναι ο υπεύθυνος ή ακόμα και ο ιδιοκτήτης), ήταν μεν τυπικά ευγενικός αλλά με ύφος που όλοι μας μεταφράσαμε σε «τουπέ». Λίγο χαμόγελο και αμεσότητα δεν έχει βλάψει ποτέ κανέναν. Εντελώς λάθος κίνηση προς κάποιους που πριν από λίγο σε/σας τίμησαν με την επιλογή, επίσκεψη και παρουσία τους. Παρόλα αυτά, θα επιλέξω «4» στο service, κάτι που κέρδισε αποκλειστικά και μόνο με το σπαθί του, ο κύριος που μας εξυπηρέτησε. Την ίδια πολύ καλή βαθμολογία θα επιλέξω και για τον χώρο.
Εντύπωση μου έκανε πως παρά του ότι ήταν ώρα φαγητού, 9 στους 10 πελάτες τους το είχαν επισκεφτεί για καφέ. Ίσως να ήμασταν και η μοναδική παρέα που έπαιρναν το γεύμα της.
Λίγο πριν την παραγγελία, μας μύησαν στην φιλοσοφία τους. Μας αυτοσυστήθηκαν ως ένα γαστρονομικό μεζεδοπωλείο. Πως τα πιάτα τους μπαίνουν στην μέση του τραπεζιού ώστε να γευτούν όλοι από όλα. Διευκρινίζοντας και επισημαίνοντάς μας όμως πως η λέξη «μεζές» δεν είναι αντιπροσωπευτικό τους με την γενική έννοια, αφού το μέγεθος των μερίδων τους είναι μεγαλύτερο από αυτό ενός μεζέ.
Ο κατάλογος πραγματικά μικρός, κάτι που λέω ως θετικό και μόνο. Λίγες επιλογές, ευφάνταστες δημιουργίες, αναγραφή προέλευσης συστατικών, ελκυστικές περιγραφές. Στο ίδιο κατάλογο έκαναν παρέα πρώτες ύλες που ζούσαν στον πυθμένα της θάλασσας αλλά και άλλες που έβοσκαν –ελπίζω- πρασινάδες σε κάποια βουνοπλαγιά.. Οπότε οι προτάσεις τους μπορούν να καλύψουν σε αρκετά μεγάλο βαθμό τους επισκέπτες τους.
Οι τιμές ήταν σε επίπεδα που δεν σε τρόμαζαν (μέσος όρος 8-10 €), όμως έμενε το να δούμε και το τελικό αποτέλεσμα που θα προσγειωνότανε στο όμορφα στρωμένο τραπέζι μας. Μια ειδική μνεία στις χαρτοπετσέτες τους. Μια λεπτομέρεια που δεν πέρασε απαρατήρητη.
Όπως έχω ξαναπεί, είμαι άνθρωπος που μένω στην ουσία και όχι τόσο στην θεωρία. Είμαι μάλλον λίγο πιο κυνικός στις επιλογές και προτιμήσεις μου. Αν και έχω επισκεφτεί ανά τον κόσμο εστιατόρια που αυτοπροσδιορίζονταν ως gourmet και το κεφαλάκι του chef τους ζέσταιναν σκουφάκια Michelin, δεν είναι το στυλ που με τραβάει απόλυτα.
Σαφώς με ενδιαφέρει η εμφάνιση ενός πιάτου και με εξιτάρει να δοκιμάσω γεύσεις που δεν έχουν ξαναεπισκευτεί τον ουρανίσκο μου, αλλά όσο και ρηχό κι αν ακούγεται –και ίσως να είναι- θέλω να αποχωρώ με την αίσθηση πως έχω ικανοποιήσει την όρεξη και πείνα μου. Αλλιώς ποιος ο λόγος του να έχω επισκεφτεί ένα εστιατόριο? Ζητώ ταπεινά συγνώμη από όσους δεν συμφωνούν με αυτή την στάση μου. Μάλλον τα ένστικτα του θηλαστικού, υπερτερούν στην ύπαρξή μου.
Οπότε ίσως να μην είμαι και ο αντιπροσωπευτικός «κριτής» σε αυτού του είδους την κουζίνα και λογική. Επίσης, αυτή την στιγμή, μία μέρα μετά την επίσκεψή μας, έχω μαύρα μεσάνυχτα από τα ιδιαίτερα υλικά που απάρτιζαν το κάθε πιάτο που παραγγείλαμε. Πίστευα πως κάνοντας μία βόλτα στο διαδίκτυο όλο και κάπου θα έβρισκα το menu τους ώστε να φρεσκάρω την μνήμη μου. Είναι κάτι που συνήθως κάνω ώστε να βρω λεπτομέρειες των πιάτων που είναι ανθρωπίνως αδύνατο να συγκρατηθούν.
Έλεγα πως θα υπάρχει στο προφίλ τους στο Facebook ή πως θα υπάρχει κάποια official ιστοσελίδα τους. Έτσι δεν ασχολήθηκα και πολύ κατά την στιγμή της παραγγελίας, η οποία μόλις τερματίζει σου παίρνουν και τον κατάλογο από μπροστά σου. Όμως δεν κατάφερα να εντοπίσω τίποτα όσο κι αν έψαξα κι έτσι η περιγραφή των πιάτων δεν θα είναι όσο θα έπρεπε επαρκής, κινδυνεύοντας έτσι να τους αδικήσω.
Ήμασταν 4 άτομα.
Στην αρχή μας προσφέρθηκε εμφιαλωμένο νερό και περιποιημένο ψωμί σε μικρά καρβελάκια τύπου λευκού και πολύσπορου. Για το ψωμί όπως και για το νερό, ερωτηθήκαμε. Κάποιο συνοδευτικό ως κέρασμα, όχι. Επίσης μας προτάθηκε να ξεκινήσουμε το γεύμα μας με κάποιο cocktail ή απεριτίφ αλλά δεν ενδώσαμε. Παρατηρώντας λίγο αργότερα τον barman τους, νομίζω πως τα cocktails τους είναι ανάμεσα στα δυνατά τους χαρτιά.
Από κρασί επιλέξαμε λευκό Μαντινείας που αν θυμάμαι καλά κόστιζε γύρω στα 25 €. Επειδή είναι κρασί που έχω ξαναπάρει στο παρελθόν από κάβα, γνωρίζω πως η τιμή του στο λιανικό εμπόριο είναι γύρω στα 9€. Σε τιμές χονδρικής θα κοστίζει σαφώς χαμηλότερα. Για μια ακόμα φορά θα γκρινιάξω λίγο για τις τιμές που καλούμαστε να πληρώσουμε στην Ελλάδα και μάλιστα για ντόπιες ετικέτες. Φυσικά, καταλαβαίνω και τους επιχειρηματίες που έρχονται αντιμέτωποι με ακραία μεγάλη φορολογία.
• Σαλάτα πατζάρι (με «π» όπως «Παναγιώτα»). Μας σερβιρίστηκε με πραγματικά εντυπωσιακό στήσιμο πιάτου, σε βαθύ λευκό σκεύος. Είχε πατζάρι ετοιμασμένο με δύο τρόπους. Βρασμένο (που κάποιοι από την παρέα μας κράτησαν επιφυλάξεις εάν είναι φρέσκο και ετοιμασμένο από τους ίδιους ή ήταν συσκευασμένο) αλλά και σε μορφή ωμού, αφυδατωμένου, δαντελωτού chips που πρώτη φορά δοκίμαζα.
Το σύνολο συμπλήρωνε τριμμένο καρύδι, κάποιο είδος αλλαντικού που θύμιζε προσούτο και χοντρές ροδέλες από αχλάδι (τουλάχιστον σύμφωνα με τον κατάλογο γιατί εμένα μου φάνηκε για μήλο. Εκτός κι αν πέφτω τόσο έξω). Νόστιμη σαλάτα, πολύ ωραία παρουσίαση αλλά μέχρι εκεί. Αν εξαιρέσεις τα chips του αφυδατωμένου μπατζαριού, την υπόλοιπη σύνθεση υλικών την έχω ξανασυναντήσει πολλάκις. Και να σκεφτείτε πως αυτό το πιάτο που κέρδισε τις μέτριες εντυπώσεις μας, ήταν ανάμεσα στα καλύτερα που δοκιμάσαμε σε εκείνο το γεύμα.
• Πράσινη φάβα με τσορίθο, θυμάρι και τρούφα. Μας σερβιρίστηκε σε μαύρο βαθύ πιάτο. Έχω την εντύπωση πως δεν είχε τρούφα, αλλά απλώς το είχαν περιχύσει από επάνω με λάδι τρούφας. Αν κάνω λάθος και είχαν χρησιμοποιήσει και πραγματική τρούφα κατά την παρασκευή του πιάτου (κάτι που κανένας μας δεν βρήκε στην σύστασή του), ζητώ συγνώμη.
Αν όμως κάνοντας αναφορά στο μενού τους για τρούφα εννοούν πως χρησιμοποιούν απλώς λάδι της, είναι φάουλ και μάλιστα εκ του πονηρού. Κανονικά το τσορίθο πρέπει να είναι φρέσκο λουκάνικο που έχει ετοιμαστεί λίγο πριν προσφερθεί. Επειδή όλοι καταλαβαίνουμε την δυσκολία σε κάτι τέτοιο, πλέον δεν είναι τίποτε άλλο από κάποιου είδους καπνιστού λουκάνικου που σερβίρεται ωμό, ψιλοκομμένο ή σε λεπτές φέτες. Στην περίπτωσή μας ήταν σε μικρά κυβάκια που θύμιζαν αρκετά χοντροκομμένο λουκάνικο ή ακόμα και μπέικον.
Όλοι το θεωρήσαμε ως το καλύτερο πιάτο που δοκιμάσαμε. Μας προσφέρθηκε σε σωστή, ζεστή θερμοκρασία και πραγματικά μου έσπασε την μύτη όταν ήρθε μπροστά μας. Ήταν ότι πιο νόστιμο γεύτηκα και το προτείνω ανεπιφύλακτα.
• Κοτόπουλο με πουρέ. Το αδικεί πολύ αυτή η περιγραφή γιατί παραπέμπει σε κάτι πολύ πιο απλοϊκό από ότι πραγματικά ήταν τόσο στην γεύση όσο και στην παρουσίασή του. Σε λευκό, ρηχό σκεύος που θύμιζε ταψάκι, είχαν τοποθετήσει 5 σχετικά χοντρές ροδέλες από κοτόπουλο που έμοιαζε να έχει ετοιμαστεί με την τεχνική «ρολό», και ήταν σε πάχος και μέγεθος ενός μέτρια χοντρού λουκάνικου. Ανάμεσά τους υπήρχε από μία μικρή τουφίτσα από πουρέ. Στον καθένα της παρέας μας αναλογούσε από μία μπουκίτσα, ενώ στον πιο τολμηρό που θα έπαιρνε το τελευταίο κομμάτι από το πιάτο, και μία δεύτερη. Πολύ μικρή ποσότητα λοιπόν. Τι γίνεται όμως με την γεύση του? Ούτε κι εκεί ξετρελάθηκα. Μου φάνηκε εντελώς επίπεδο σε γεύση, ενώ στην δική μου μπουκιά βρήκα και χόνδρο από το κοτόπουλο. Ήταν τόσο μικρή η ποσότητα που δοκίμασα που πως θα μπορούσα να αποκρυσταλλώσω άποψη? Πιάτο που είτε είχα δοκιμάσει, είτε όχι, δεν νομίζω που θα έχανα και κάτι.
• Πανσέτα με πουρέ γλυκοπατάτας. Και πάλι το αδικώ έτσι όπως το γράφω, αλλά όπως σας είπα ήδη, μου είναι αδύνατο να θυμηθώ λεπτομέρειες. Θυμάμαι μόνο πως ήταν επίσης πολύ μικρή μερίδα (που γι αυτή την φθηνή πρώτη ύλη δεν δικαιολογεί την τιμή του πιάτου), πως γλύκιζε ευχάριστα και πως δεν μας σερβιρίστηκε σε σωστή θερμοκρασία αφού είχε αρχίσει ήδη να κρυώνει αισθητά. Για ένα κομμάτι κρέατος όπως αυτό που έχει τόσο πολύ λίπος, η μη σωστή του θερμοκρασία του έκοψε πολλούς πόντους. Τον πουρέ γλυκοπατάτας πρέπει να είχαν εμπλουτίσει με μικρά chips πατάτας (γλυκοπατάτας ή κανονικής) και τον βρήκα πολύ ενδιαφέρων και σε υφή και σε γεύση. Ένα ακόμα πιάτο σε συμπαθητικό μεν επίπεδο αλλά που και πάλι δεν θα επεδίωκα να το ξαναγευτώ στο μέλλον.
• Σπετζοφάι με παναρισμένο ποσέ αβγό. Δεν περίμενα την κλασική μορφή από ένα σπετζοφάι αλλά όχι και αυτό που μας σερβιρίστηκε. Στην ουσία ήταν ένα πιάτο με ελάχιστα μαγειρεμένα λαχανικά στην βάση (υπολογίστε λίγο παραπάνω από ένα κουταλάκι του γλυκού στον καθένα) που δεν έφτασαν για να δοκιμάσω, ένα αβγό και ένα ολόκληρο, λεπτό λουκάνικο που δεν είχε ετοιμαστεί με τα υπόλοιπα υλικά ώστε να πάρει την γεύση τους αλλά έδειχνε να είναι απλώς ψημένο σε σχάρα. Και έρχομαι και ερωτώ. Γιατί αυτό το πιάτο ονομάστηκε και προσδιορίστηκε ως «σπετζοφάι» κι όχι σαν απλώς ένα ψητό λουκάνικο με συνοδεία λαχανικών. Δηλαδή αν σε ένα πιάτο με μακαρόνια και κιμά προσθέσω δίπλα κι ένα μπολάκι με μπεσαμέλ, μπορώ να το ονομάσω «παστίτσιο»? Το αβγό ούτως ή άλλως ήταν Guest star στην συνταγή. Γιατί εγώ τώρα αυτό θα πρέπει να το θεωρήσω ως γαστρονομικό επίτευγμα ή ότι κάποιος πήρε μια κλασική συνταγή και την εξέλιξε? Ποιο είναι το βήμα μπροστά γιατί εγώ βλέπω ένα βήμα πίσω. Για να συνεχίσω, το λουκάνικο ήταν μικρό και λεπτό, που θύμιζε λίγο αυτά της Νυρεμβέργης αλλά ελαφρώς μεγαλύτερο σε μήκος. Μου φάνηκε εντελώς αδιάφορο και ενώ δεν ένοιωθα να έχει κορεστεί το αίσθημα της πείνας μου, δεν πήρα πάνω από 1-2 μικρές μπουκίτσες (όχι πως είχα περιθώρια και για περισσότερο). Ούτε αυτό μου φάνηκε να είναι σε σωστή θερμοκρασία και το ποσέ αβγό όχι σωστά ετοιμασμένο. Αν δεν κάνω λάθος, το σωστό ποσέ αβγό πρέπει να κρατάει τον κρόκο του σε αρκετά ρευστή μορφή. Το συγκεκριμένο είχε ξεπεράσει αυτό το σημείο ετοιμασίας τους και πλέον ο κρόκος του είχε σφίξει. Ένα ακόμα πιάτο που με άφησε εντελώς ασυγκίνητο.
• Εκ παραδρομής τους, στην αρχή αντί να μας φέρουν το πιάτο με το σπετζοφάι, μας έφεραν ένα άλλο με ζυμαρικά τύπου μικρού ντάμπλινγκ ή μεγάλου τορτελίνι, γεμιστά με κάποιο είδους κρέατος κι αν δεν κάνω λάθος, συνοδευμένα με ένα είδος λευκού τυριού. Σωστή κίνηση το ότι δεν το πήραν πίσω όταν κατάλαβαν το λάθος τους αλλά μας το άφησαν χωρίς να μας χρεωθεί. Μέσα από αυτό το λάθος δοκίμασα το 3ο καλύτερο κατ’ εμέ πιάτο εκείνου του γεύματος, χωρίς και πάλι να ενθουσιαστώ.
Ούτε στο τέλος μας προσφέρθηκε κάποιο κερασματάκι. Το γεύμα εκτιμήθηκε με πάνω από 20€ ανά άτομο οπότε έστω κι ένα κομματάκι γλυκό να μας πρόσφεραν στο τέλος ή κάποιας μορφής χωνευτικού ποτού, δεν θα έπεφτε το καράβι έξω. Αν και είχαν γλυκά στον κατάλογό τους, φοβούμενοι και πάλι το μέγεθος της μερίδας τους, τα αποφύγαμε ευγενικά.
Αν ξετρελάθηκα με τις γεύσεις? Κατηγορηματικό όχι. Δεν είναι και μεγάλη επιτυχία ενός εκπρόσωπου της αυθεντικής urban γαστρονομίας, όταν η φάβα ήταν το πιάτο που μας άρεσε περισσότερο.
Αν τις θεώρησα ξεχωριστές ή πρωτοποριακές? Όχι επίσης. Εντάξει, δεν περίμενα να συναντήσω μπροστά μου και δείγματα της απόλυτης παρθενογένεσης, αλλά τα όσα γεύτηκα δεν ξέφευγαν και πάρα πολύ από όσα έχω δοκιμάσει σε οποιοδήποτε άλλο, λίγο παραπάνω ψαγμένο μεζεδοπωλείο. Επίσης, μία «πειραγμένη» γεύση δεν σημαίνει αυτόματα πως είναι και πετυχημένη. Ποτέ δεν κατάλαβα αυτήν την ανάγκη να αποδομήσουμε και ξαναχτίσουμε υπό άλλες προοπτικές ότι μας περιβάλει (είτε είναι θέατρο, είτε μουσική, είτε κουζίνα). Πολλές φορές αισθάνομαι πως αυτό περισσότερο αποσκοπεί στο να με προκαλέσει (έστω και αρνητικά) παρά να με ικανοποιήσει. Είναι όπως όταν πηγαίνω στο Εθνικό θέατρο για να δω Σαίξπηρ κι ο Καρατζάς έχει αποφασίσει να εντάξει στο εκπληκτικό κείμενο της 12ης νύχτας ατάκες όπως «Μάγια η Μέλισσα», «Hi Five», «Fido Dido» και «Last Christmas I gave you my heart». Αγαπητέ κ. Καρατζά, επιστρατεύοντας όλη την σοβαρότητά μου, σε συνάρτηση πάντα με τις συγκεκριμένες συνθήκες, ένα έχω μόνο να σας πω: Πιτσιριτιτί Αιγαίο!
Αν χόρτασα? ΟΧΙ με κεφαλαία γράμματα. Τα όσα μου αναλογούσαν ζήτημα να γέμιζαν τα 2/3 ενός πιάτου κανονικής μερίδας. Και να συνυπολογιστεί πως από λάθος τους μας προσφέρθηκε και μία μερίδα παραπάνω. Όσο χοντροκομμένο κι αν ακούγεται, φεύγοντας το μυαλό μου πλημύρισε η κλισέ ατάκα «Εντάξει, πάμε για σουβλάκια τώρα μπας και βάλουμε κάτι στο στομάχι μας?». Όταν την άκουγα από άλλους, μου γύριζαν τα σωθικά μου ανάποδα. Έλα όμως που δυστυχώς ήρθε και έδεσε με την περίσταση.
Αν θεωρώ πολλά τα χρήματα που καταβάλαμε? Εντάξει, δεν θα πω πως το γεύμα ήταν ακριβό. Αν σκεφτείς όμως πως για ένα μπουκάλι κρασί και 5 μεζέδες (κάντε την αναλογία ανά άτομο) πληρώσαμε πάνω από 20€ ο καθένας, θεωρώ το τελικό αντίτιμο που κληθήκαμε να καταβάλουμε ως μη αντιπροσωπευτικό. Και μακάρι εδώ να με βοηθούσε να το δικαιολογήσω η σχέση ποσότητας-ποιότητας-τιμής, όμως οι πρώτες ύλες τους –με ελάχιστες εξαιρέσεις- δεν νομίζω πως είχαν υψηλό κοστολόγιο.
Ίσως να φαίνομαι παράξενος και συντηρητικός στο φαγητό. Επίσης μπορεί να χαρακτηριστώ λαϊκός και στενόμυαλος.
Δεν ξέρω τι περίμενα περνώντας την είσοδό τους, ξέρω όμως πολύ καλά τι αισθανόμουν κατά την στιγμή που αποχωρούσα. Και δυστυχώς αυτή η αίσθηση είχε απόλυτη ομοφωνία σε όλη την παρέα.
Όμως φυσικά μπορείτε να μη λάβετε απόλυτα την άποψη τεσσάρων λαϊκών και μη εκπαιδευμένων ουρανίσκων και να αποκομίσετε την δική σας άποψη και γνώμη που θα χαρώ να δω αναρτημένη έστω κι αν έρχεται σε πλήρη αντιδιαστολή με την δική μου. Ίσως σε πολλούς που θα το επισκεφτούν οι γεύσεις και το γενικό concept τους να «κουμπώσει» πολύ περισσότερο από ότι σε εμένα. Γούστα είναι αυτά.


  • Μόνο ο συντάκτης της κριτικής και ο εκπρόσωπος του εστιατορίου μπορούν να σχολιάσουν μια κριτική.