Loader

06 Δεκ 2018

Γεύση
Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 4
Εξυπηρέτηση
Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 4
Χώρος
Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 4
Value for money
Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 4
€ / Άτομο
10-16

Η ώρα κόντευε 1 τα ξημερώματα. Έφερα το χαμηλό ποτηράκι μου στο στόμα κι απόλαυσα μια ακόμα γουλιά από το γλυκό, κόκκινο κρασί που στόλιζε σαν ρουμπίνι το τραπέζι μας. Εδώ και αρκετή ώρα ένοιωθα το ευχάριστο μούδιασμα στα ζυγωματικά και την μύτη μου. Είναι η στιγμή που συνειδητοποιείς πως έχεις πάψει να ελέγχεις τους μυς του προσώπου σου και έχεις μόνιμα πλέον ζωγραφισμένο ένα χαμόγελο στο πρόσωπό σου.

Κι εκείνη τη στιγμή, σαν να διαβάστηκε η κρυφή μου επιθυμία, άκουσα τις πρώτες νότες του «Τα παιδιά της γειτονιάς σου». Γύρισα και κοίταξα τον Ηλία που κρατώντας το μπουζούκι του, έδειχνε να είναι σε μια δική του διάσταση. Σαν να παίζει μόνο για την πάρτη του. Για τα σεκλέτια του. Για το τσιγάρο που κρέμονταν από τα χείλη του. Αβίαστα, με συναίσθημα που πήγαζε από την καρδιά του. Τότε μπήκε και η φωνή της Κατερίνας και παραδόθηκα εντελώς. Δυνατή και σίγουρη. Δεν ξέρω κι εγώ πόσο καιρό είχα να απολαύσω αυτό το τραγούδι που κατέχει τα σκήπτρα στα μουσικά μου μονοπάτια.

Μερικά λεπτά αργότερα ξεκίνησε το «Δραπετσώνα» κι εγώ προσπαθούσα ακόμα να συνέλθω. Παράξενη ώρα για φιλοσοφικές αναζητήσεις. Εμένα όμως εκείνη τη στιγμή καρφώθηκε στην σκέψη μου το ερώτημα «Τι είναι ψυχή?». Πως να το περιγράψεις ? Όλοι το αισθανόμαστε. Το έχουμε στην καρδιά μας. Αλλά αν μας ζητήσουν να το εξηγήσουμε οι λέξεις θα κολλήσουν στην άκρη της γλώσσας μας. Και να το προσπαθήσουμε, πάλι θα μείνουμε με την αίσθηση πως δεν ήμασταν ικανοί να εκφράσουμε απόλυτα σε άλλον τις σκέψεις μας για τι σημαίνει για καθένα από εμάς «ψυχή». Πως η αδυναμία μας να την περιγράψουμε, θα την αδικήσει. Και είναι κρίμα.

Στην ίδια θέση έρχομαι κάθε φορά που με ρωτάει κάποιος για τον «Χαμηλό» και πως πέρασα το προηγούμενό μου βράδυ εκεί.
Μου είναι δύσκολο να του μεταφέρω το συναίσθημα που νοιώθω όταν έχουν περάσει 2-3 ώρες στον χώρο τους και έχω γίνει ένα με όλους όσους βρίσκονται εκεί.
Με την οικογένεια που κρατάει ζωντανό αυτό το κουτουκάκι εδώ και σχεδόν έναν αιώνα τώρα. Που θα σε καλωσορίσουν και λίγο αργότερα, παίρνοντας παραγγελία, θα σου πούνε γεμάτοι υπερηφάνια ποιο πιάτο ετοίμασε με μεράκι εκείνο το βράδυ η γιαγιά. Που θα περάσουν πάλι λίγο αργότερα και όλο χαμόγελο και με πραγματικό ενδιαφέρον θα σε ρωτήσουν αν ήταν όλα καλά.
Με την μπάντα που όλοι έχουν δέσει μεταξύ τους και τρελαίνομαι να τους χαζεύω να χαμογελά ο ένας στον άλλο. Που ο Ηλίας, η Κατερίνα κι ο Κώστας είναι όλοι τους σωστοί επαγγελματίες κι αν κάτι ξεπερνάει το ταλέντο τους, αυτό είναι το συναίσθημα που βγάζουν όταν παίζουν.
Με την μεγάλη παρέα των 60άρηδων παραδίπλα μας, που ζευγαράκια σηκώθηκαν να χορέψουν ακομπλεξάριστα με το που άκουσαν το τραγούδι που τους μεράκλωσε. Με ερωτισμό και τσαγανό στο «Γκιουλμπαχάρ» που όλοι στην αίθουσα ζηλέψαμε. Αλλά και την άλλη την παρέα απέναντί μου, που ζήτημα να είναι πάνω από 25- 28 χρονών αλλά ήξεραν απ’ έξω όποιο ρεμπέτικο τραγούδι ακούστηκε εκείνο το βράδυ και το συνόδεψαν χτυπώντας παλαμάκια.

Γιατί για εμένα, ο «Χαμηλός» έχει ΨΥΧΗ. Έχει ιστορία. Έχει μεράκι και γερή δόση από αγάπη και φροντίδα γι αυτό που κάνουν.

Γιατί να πάει κάποιος στον Χαμηλό?

Γιατί σου προσφέρει πολύ καλό φαγητό. Νόστιμο και πάντα περιποιημένο. Γιατί μπορείς να βρεις το θεϊκότερο κοκορέτσι στην Αθήνα, τις πιο ζουμερές σεφταλιές, χοιρινή μπριζόλα που θα καλύψει το μισό τραπέζι και που αν δε σε πιάσουν οι ντροπές θα γλείψεις μέχρι και το κόκκαλο, για το κοντοσούβλι του που θα σου προσφερθεί αχνιστό και θα σου σπάσει την μύτη. Γιατί αν πάρεις ψητή φέτα καλά θα κάνεις να προετοιμαστείς για μία γερή δόση αψάδας από απλόχερα πασπαλισμένο μπούκοβο. Γιατί τα κολοκυθάκια του έρχονται με κολάσιμη σκορδαλιά. Κι όλα αυτά συνοδευόμενα του πιο γλυκόπιωτου κόκκινου κρασιού που 4 ώρες μετά και ενάμιση λίτρο κρασί (στα δύο άτομα) το μόνο που μας χάρισε, ήταν μία γλυκιά ευφορία. Χωρίς παρατράγουδα την επόμενη ημέρα...
Για την ζεστή εξυπηρέτησή τους, που περισσότερο παραπέμπει σε φιλοξενία φιλικής μας οικογένειας. Που μέσα στον πανικό της βραδιάς και τα τρεξίματά τους, δεν χάνουν ποτέ το χαμόγελο και την αμεσότητά τους.
Γιατί από τον Ηλία και η παρέα του θα ακούσεις τραγούδια όπως «Αχ βρε παλιομισοφόρια», «Στον Πειραιά συννέφιασε», «Χαρταετοί (του Θεοδωράκη), «Είμαι κόκορας κεφάτος (έδωσα τα ρέστα μου! ), «Εσύ είσαι η αιτία που υποφέρω», «Τα ματόκλαδά σου λάμπουν» κ. α.
Αλλά πάνω απ’ όλα – κι αυτό είναι που το κάνει να ξεχωρίσει και να είναι μοναδικό- για την ατμόσφαιρά του. Η ατμόσφαιρα μιας Αθήνας που έχει χαθεί από τον χάρτη. Μιας Αθήνας που σερβίρει αποδομημένο μουσακά και κατεψυγμένη πατατούλα. Που έχει χάσει τον δρόμο της σε πολλούς τομείς. Γιατί αν πάρεις λάθος τρένο, σε όποιον σταθμό κι αν κατέβεις πάλι λάθος θα είσαι...

Μόνο και μόνο που αντιστέκεται πεισματικά στα σημεία των -δύσκολων- καιρών και συνεχίζει όλο αυθεντικότητα τον δρόμο του, αυτό εμένα μου φτάνει. Γιατί δεν συμβιβάστηκε προκειμένου να γίνει πιο εμπορικό και να γεμίσει μερικές παραπάνω καρέκλες κάθε βράδυ. Έμεινε πιστό σε αυτό που ξέρει πολύ καλά να κάνει. Κι αυτό «περνάει» και σε όλους το επισκέπτονται. Πολλά ταβερνάκια προσπαθούν να χαρακτηριστούν σαν κουτουκάκια. Όμως αυτό δεν έχει να κάνει με μερικές παλιές καρέκλες και καμιά δεκαριά κορνίζες από διαφημίσεις μπύρας που ανήκουν στον προηγούμενο αιώνα. Που όλοι μας γνωρίζουμε πως κατά πάσα πιθανότητα τύπωσαν από τον εκτυπωτή του ηλεκτρονικού υπολογιστή τους. Αστεία πράγματα στα οποία δεν αξίζει να επεκταθώ περισσότερο.

Δεν μπορώ να σκεφτώ ιδανικότερη πρόταση για όσους θέλουν να ξαναθυμηθούν την "παλιά Αθήνα" και την διασκέδασή της που την έκανε διάσημη, αλλά και για όσους δεν είχαν ποτέ την τύχη λόγω ηλικίας να έχουν έως σήμερα ανάλογη εμπειρία.

Έχω πολύ καιρό να γράψω. Ίσως γιατί για εμένα πλέον έχουν αλλάξει οι συνήθειες. Μάλλον έχουν περάσει ανεπιστρεπτί οι εποχές που κάθε Σαββατοκύριακο με έβρισκε να κάθομαι και σε τραπέζι νέου εστιατορίου κάθε φορά. Πλέον στην καρδιά μου έχουν σφινωθεί 2-3 εστιατόρια/ταβερνάκια κι έχω σταματήσει να πειραματίζομαι.
‘Ενα από αυτά είναι ο Χαμηλός. Ένα καταφύγιο που περνάω το κατώφλι του όταν έχω την ανάγκη να ξεφύγω από την ασχήμια που βλέπω γύρω μου. Γιατί η στιγμή που θα τους αποχαιρετώ βγαίνοντας στην ψυχρούλα της βραδιάς, θα νοιώθω μια σιγουριά και ηρεμία πως η ΨΥΧΗ μου θα παραμείνει για πολλές ώρες ακόμα ζεστή. Υπάρχει μεγαλύτερη αξία από αυτό?

ΥΓ Και μία διευκρίνηση. Ο Χαμηλός δεν βρίσκεται στην περιοχή Μεταξουργείου/Πλατείας Βάθης που ίσως για κάποιους να σταθεί ανατρεπτικός παράγοντας για να το επισκεπτούν. Βρίσκεται σε μία γλυκήτατη γειτονιά στον Κολωνό.

Δες παλαιότερη κριτική για το ίδιο εστιατόριο απο τον χρήστη ΙΩΓΙΑΝΝΗΣ.


  • Μόνο ο συντάκτης της κριτικής και ο εκπρόσωπος του εστιατορίου μπορούν να σχολιάσουν μια κριτική.

06 Δεκ 2018

Γεύση
Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 4
Εξυπηρέτηση
Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 4
Χώρος
Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 4
Value for money
Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 4
€ / Άτομο
10-16

Η ώρα κόντευε 1 τα ξημερώματα. Έφερα το χαμηλό ποτηράκι μου στο στόμα κι απόλαυσα μια ακόμα γουλιά από το γλυκό, κόκκινο κρασί που στόλιζε σαν ρουμπίνι το τραπέζι μας. Εδώ και αρκετή ώρα ένοιωθα το ευχάριστο μούδιασμα στα ζυγωματικά και την μύτη μου. Είναι η στιγμή που συνειδητοποιείς πως έχεις πάψει να ελέγχεις τους μυς του προσώπου σου και έχεις μόνιμα πλέον ζωγραφισμένο ένα χαμόγελο στο πρόσωπό σου.

Κι εκείνη τη στιγμή, σαν να διαβάστηκε η κρυφή μου επιθυμία, άκουσα τις πρώτες νότες του «Τα παιδιά της γειτονιάς σου». Γύρισα και κοίταξα τον Ηλία που κρατώντας το μπουζούκι του, έδειχνε να είναι σε μια δική του διάσταση. Σαν να παίζει μόνο για την πάρτη του. Για τα σεκλέτια του. Για το τσιγάρο που κρέμονταν από τα χείλη του. Αβίαστα, με συναίσθημα που πήγαζε από την καρδιά του. Τότε μπήκε και η φωνή της Κατερίνας και παραδόθηκα εντελώς. Δυνατή και σίγουρη. Δεν ξέρω κι εγώ πόσο καιρό είχα να απολαύσω αυτό το τραγούδι που κατέχει τα σκήπτρα στα μουσικά μου μονοπάτια.

Μερικά λεπτά αργότερα ξεκίνησε το «Δραπετσώνα» κι εγώ προσπαθούσα ακόμα να συνέλθω. Παράξενη ώρα για φιλοσοφικές αναζητήσεις. Εμένα όμως εκείνη τη στιγμή καρφώθηκε στην σκέψη μου το ερώτημα «Τι είναι ψυχή?». Πως να το περιγράψεις ? Όλοι το αισθανόμαστε. Το έχουμε στην καρδιά μας. Αλλά αν μας ζητήσουν να το εξηγήσουμε οι λέξεις θα κολλήσουν στην άκρη της γλώσσας μας. Και να το προσπαθήσουμε, πάλι θα μείνουμε με την αίσθηση πως δεν ήμασταν ικανοί να εκφράσουμε απόλυτα σε άλλον τις σκέψεις μας για τι σημαίνει για καθένα από εμάς «ψυχή». Πως η αδυναμία μας να την περιγράψουμε, θα την αδικήσει. Και είναι κρίμα.

Στην ίδια θέση έρχομαι κάθε φορά που με ρωτάει κάποιος για τον «Χαμηλό» και πως πέρασα το προηγούμενό μου βράδυ εκεί.
Μου είναι δύσκολο να του μεταφέρω το συναίσθημα που νοιώθω όταν έχουν περάσει 2-3 ώρες στον χώρο τους και έχω γίνει ένα με όλους όσους βρίσκονται εκεί.
Με την οικογένεια που κρατάει ζωντανό αυτό το κουτουκάκι εδώ και σχεδόν έναν αιώνα τώρα. Που θα σε καλωσορίσουν και λίγο αργότερα, παίρνοντας παραγγελία, θα σου πούνε γεμάτοι υπερηφάνια ποιο πιάτο ετοίμασε με μεράκι εκείνο το βράδυ η γιαγιά. Που θα περάσουν πάλι λίγο αργότερα και όλο χαμόγελο και με πραγματικό ενδιαφέρον θα σε ρωτήσουν αν ήταν όλα καλά.
Με την μπάντα που όλοι έχουν δέσει μεταξύ τους και τρελαίνομαι να τους χαζεύω να χαμογελά ο ένας στον άλλο. Που ο Ηλίας, η Κατερίνα κι ο Κώστας είναι όλοι τους σωστοί επαγγελματίες κι αν κάτι ξεπερνάει το ταλέντο τους, αυτό είναι το συναίσθημα που βγάζουν όταν παίζουν.
Με την μεγάλη παρέα των 60άρηδων παραδίπλα μας, που ζευγαράκια σηκώθηκαν να χορέψουν ακομπλεξάριστα με το που άκουσαν το τραγούδι που τους μεράκλωσε. Με ερωτισμό και τσαγανό στο «Γκιουλμπαχάρ» που όλοι στην αίθουσα ζηλέψαμε. Αλλά και την άλλη την παρέα απέναντί μου, που ζήτημα να είναι πάνω από 25- 28 χρονών αλλά ήξεραν απ’ έξω όποιο ρεμπέτικο τραγούδι ακούστηκε εκείνο το βράδυ και το συνόδεψαν χτυπώντας παλαμάκια.

Γιατί για εμένα, ο «Χαμηλός» έχει ΨΥΧΗ. Έχει ιστορία. Έχει μεράκι και γερή δόση από αγάπη και φροντίδα γι αυτό που κάνουν.

Γιατί να πάει κάποιος στον Χαμηλό?

Γιατί σου προσφέρει πολύ καλό φαγητό. Νόστιμο και πάντα περιποιημένο. Γιατί μπορείς να βρεις το θεϊκότερο κοκορέτσι στην Αθήνα, τις πιο ζουμερές σεφταλιές, χοιρινή μπριζόλα που θα καλύψει το μισό τραπέζι και που αν δε σε πιάσουν οι ντροπές θα γλείψεις μέχρι και το κόκκαλο, για το κοντοσούβλι του που θα σου προσφερθεί αχνιστό και θα σου σπάσει την μύτη. Γιατί αν πάρεις ψητή φέτα καλά θα κάνεις να προετοιμαστείς για μία γερή δόση αψάδας από απλόχερα πασπαλισμένο μπούκοβο. Γιατί τα κολοκυθάκια του έρχονται με κολάσιμη σκορδαλιά. Κι όλα αυτά συνοδευόμενα του πιο γλυκόπιωτου κόκκινου κρασιού που 4 ώρες μετά και ενάμιση λίτρο κρασί (στα δύο άτομα) το μόνο που μας χάρισε, ήταν μία γλυκιά ευφορία. Χωρίς παρατράγουδα την επόμενη ημέρα...
Για την ζεστή εξυπηρέτησή τους, που περισσότερο παραπέμπει σε φιλοξενία φιλικής μας οικογένειας. Που μέσα στον πανικό της βραδιάς και τα τρεξίματά τους, δεν χάνουν ποτέ το χαμόγελο και την αμεσότητά τους.
Γιατί από τον Ηλία και η παρέα του θα ακούσεις τραγούδια όπως «Αχ βρε παλιομισοφόρια», «Στον Πειραιά συννέφιασε», «Χαρταετοί (του Θεοδωράκη), «Είμαι κόκορας κεφάτος (έδωσα τα ρέστα μου! ), «Εσύ είσαι η αιτία που υποφέρω», «Τα ματόκλαδά σου λάμπουν» κ. α.
Αλλά πάνω απ’ όλα – κι αυτό είναι που το κάνει να ξεχωρίσει και να είναι μοναδικό- για την ατμόσφαιρά του. Η ατμόσφαιρα μιας Αθήνας που έχει χαθεί από τον χάρτη. Μιας Αθήνας που σερβίρει αποδομημένο μουσακά και κατεψυγμένη πατατούλα. Που έχει χάσει τον δρόμο της σε πολλούς τομείς. Γιατί αν πάρεις λάθος τρένο, σε όποιον σταθμό κι αν κατέβεις πάλι λάθος θα είσαι...

Μόνο και μόνο που αντιστέκεται πεισματικά στα σημεία των -δύσκολων- καιρών και συνεχίζει όλο αυθεντικότητα τον δρόμο του, αυτό εμένα μου φτάνει. Γιατί δεν συμβιβάστηκε προκειμένου να γίνει πιο εμπορικό και να γεμίσει μερικές παραπάνω καρέκλες κάθε βράδυ. Έμεινε πιστό σε αυτό που ξέρει πολύ καλά να κάνει. Κι αυτό «περνάει» και σε όλους το επισκέπτονται. Πολλά ταβερνάκια προσπαθούν να χαρακτηριστούν σαν κουτουκάκια. Όμως αυτό δεν έχει να κάνει με μερικές παλιές καρέκλες και καμιά δεκαριά κορνίζες από διαφημίσεις μπύρας που ανήκουν στον προηγούμενο αιώνα. Που όλοι μας γνωρίζουμε πως κατά πάσα πιθανότητα τύπωσαν από τον εκτυπωτή του ηλεκτρονικού υπολογιστή τους. Αστεία πράγματα στα οποία δεν αξίζει να επεκταθώ περισσότερο.

Δεν μπορώ να σκεφτώ ιδανικότερη πρόταση για όσους θέλουν να ξαναθυμηθούν την "παλιά Αθήνα" και την διασκέδασή της που την έκανε διάσημη, αλλά και για όσους δεν είχαν ποτέ την τύχη λόγω ηλικίας να έχουν έως σήμερα ανάλογη εμπειρία.

Έχω πολύ καιρό να γράψω. Ίσως γιατί για εμένα πλέον έχουν αλλάξει οι συνήθειες. Μάλλον έχουν περάσει ανεπιστρεπτί οι εποχές που κάθε Σαββατοκύριακο με έβρισκε να κάθομαι και σε τραπέζι νέου εστιατορίου κάθε φορά. Πλέον στην καρδιά μου έχουν σφινωθεί 2-3 εστιατόρια/ταβερνάκια κι έχω σταματήσει να πειραματίζομαι.
‘Ενα από αυτά είναι ο Χαμηλός. Ένα καταφύγιο που περνάω το κατώφλι του όταν έχω την ανάγκη να ξεφύγω από την ασχήμια που βλέπω γύρω μου. Γιατί η στιγμή που θα τους αποχαιρετώ βγαίνοντας στην ψυχρούλα της βραδιάς, θα νοιώθω μια σιγουριά και ηρεμία πως η ΨΥΧΗ μου θα παραμείνει για πολλές ώρες ακόμα ζεστή. Υπάρχει μεγαλύτερη αξία από αυτό?

ΥΓ Και μία διευκρίνηση. Ο Χαμηλός δεν βρίσκεται στην περιοχή Μεταξουργείου/Πλατείας Βάθης που ίσως για κάποιους να σταθεί ανατρεπτικός παράγοντας για να το επισκεπτούν. Βρίσκεται σε μία γλυκήτατη γειτονιά στον Κολωνό.

Δες παλαιότερη κριτική για το ίδιο εστιατόριο απο τον χρήστη ΙΩΓΙΑΝΝΗΣ.


  • Μόνο ο συντάκτης της κριτικής και ο εκπρόσωπος του εστιατορίου μπορούν να σχολιάσουν μια κριτική.

ΙΩΓΙΑΝΝΗΣ

Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου

Γεύση

Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 4

Εξυπηρέτηση

Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 4

Χώρος

Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 4

Value for money

Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 4 Tomatos 4

€ / Άτομο

10-16

Η ώρα κόντευε 1 τα ξημερώματα. Έφερα το χαμηλό ποτηράκι μου στο στόμα κι απόλαυσα μια ακόμα γουλιά από το γλυκό, κόκκινο κρασί που στόλιζε σαν ρουμπίνι το τραπέζι μας. Εδώ και αρκετή ώρα ένοιωθα το ευχάριστο μούδιασμα στα ζυγωματικά και την μύτη μου. Είναι η στιγμή που συνειδητοποιείς πως έχεις πάψει να ελέγχεις τους μυς του προσώπου σου και έχεις μόνιμα πλέον ζωγραφισμένο ένα χαμόγελο στο πρόσωπό σου.

Κι εκείνη τη στιγμή, σαν να διαβάστηκε η κρυφή μου επιθυμία, άκουσα τις πρώτες νότες του «Τα παιδιά της γειτονιάς σου». Γύρισα και κοίταξα τον Ηλία που κρατώντας το μπουζούκι του, έδειχνε να είναι σε μια δική του διάσταση. Σαν να παίζει μόνο για την πάρτη του. Για τα σεκλέτια του. Για το τσιγάρο που κρέμονταν από τα χείλη του. Αβίαστα, με συναίσθημα που πήγαζε από την καρδιά του. Τότε μπήκε και η φωνή της Κατερίνας και παραδόθηκα εντελώς. Δυνατή και σίγουρη. Δεν ξέρω κι εγώ πόσο καιρό είχα να απολαύσω αυτό το τραγούδι που κατέχει τα σκήπτρα στα μουσικά μου μονοπάτια.

Μερικά λεπτά αργότερα ξεκίνησε το «Δραπετσώνα» κι εγώ προσπαθούσα ακόμα να συνέλθω. Παράξενη ώρα για φιλοσοφικές αναζητήσεις. Εμένα όμως εκείνη τη στιγμή καρφώθηκε στην σκέψη μου το ερώτημα «Τι είναι ψυχή?». Πως να το περιγράψεις ? Όλοι το αισθανόμαστε. Το έχουμε στην καρδιά μας. Αλλά αν μας ζητήσουν να το εξηγήσουμε οι λέξεις θα κολλήσουν στην άκρη της γλώσσας μας. Και να το προσπαθήσουμε, πάλι θα μείνουμε με την αίσθηση πως δεν ήμασταν ικανοί να εκφράσουμε απόλυτα σε άλλον τις σκέψεις μας για τι σημαίνει για καθένα από εμάς «ψυχή». Πως η αδυναμία μας να την περιγράψουμε, θα την αδικήσει. Και είναι κρίμα.

Στην ίδια θέση έρχομαι κάθε φορά που με ρωτάει κάποιος για τον «Χαμηλό» και πως πέρασα το προηγούμενό μου βράδυ εκεί.
Μου είναι δύσκολο να του μεταφέρω το συναίσθημα που νοιώθω όταν έχουν περάσει 2-3 ώρες στον χώρο τους και έχω γίνει ένα με όλους όσους βρίσκονται εκεί.
Με την οικογένεια που κρατάει ζωντανό αυτό το κουτουκάκι εδώ και σχεδόν έναν αιώνα τώρα. Που θα σε καλωσορίσουν και λίγο αργότερα, παίρνοντας παραγγελία, θα σου πούνε γεμάτοι υπερηφάνια ποιο πιάτο ετοίμασε με μεράκι εκείνο το βράδυ η γιαγιά. Που θα περάσουν πάλι λίγο αργότερα και όλο χαμόγελο και με πραγματικό ενδιαφέρον θα σε ρωτήσουν αν ήταν όλα καλά.
Με την μπάντα που όλοι έχουν δέσει μεταξύ τους και τρελαίνομαι να τους χαζεύω να χαμογελά ο ένας στον άλλο. Που ο Ηλίας, η Κατερίνα κι ο Κώστας είναι όλοι τους σωστοί επαγγελματίες κι αν κάτι ξεπερνάει το ταλέντο τους, αυτό είναι το συναίσθημα που βγάζουν όταν παίζουν.
Με την μεγάλη παρέα των 60άρηδων παραδίπλα μας, που ζευγαράκια σηκώθηκαν να χορέψουν ακομπλεξάριστα με το που άκουσαν το τραγούδι που τους μεράκλωσε. Με ερωτισμό και τσαγανό στο «Γκιουλμπαχάρ» που όλοι στην αίθουσα ζηλέψαμε. Αλλά και την άλλη την παρέα απέναντί μου, που ζήτημα να είναι πάνω από 25- 28 χρονών αλλά ήξεραν απ’ έξω όποιο ρεμπέτικο τραγούδι ακούστηκε εκείνο το βράδυ και το συνόδεψαν χτυπώντας παλαμάκια.

Γιατί για εμένα, ο «Χαμηλός» έχει ΨΥΧΗ. Έχει ιστορία. Έχει μεράκι και γερή δόση από αγάπη και φροντίδα γι αυτό που κάνουν.

Γιατί να πάει κάποιος στον Χαμηλό?

Γιατί σου προσφέρει πολύ καλό φαγητό. Νόστιμο και πάντα περιποιημένο. Γιατί μπορείς να βρεις το θεϊκότερο κοκορέτσι στην Αθήνα, τις πιο ζουμερές σεφταλιές, χοιρινή μπριζόλα που θα καλύψει το μισό τραπέζι και που αν δε σε πιάσουν οι ντροπές θα γλείψεις μέχρι και το κόκκαλο, για το κοντοσούβλι του που θα σου προσφερθεί αχνιστό και θα σου σπάσει την μύτη. Γιατί αν πάρεις ψητή φέτα καλά θα κάνεις να προετοιμαστείς για μία γερή δόση αψάδας από απλόχερα πασπαλισμένο μπούκοβο. Γιατί τα κολοκυθάκια του έρχονται με κολάσιμη σκορδαλιά. Κι όλα αυτά συνοδευόμενα του πιο γλυκόπιωτου κόκκινου κρασιού που 4 ώρες μετά και ενάμιση λίτρο κρασί (στα δύο άτομα) το μόνο που μας χάρισε, ήταν μία γλυκιά ευφορία. Χωρίς παρατράγουδα την επόμενη ημέρα...
Για την ζεστή εξυπηρέτησή τους, που περισσότερο παραπέμπει σε φιλοξενία φιλικής μας οικογένειας. Που μέσα στον πανικό της βραδιάς και τα τρεξίματά τους, δεν χάνουν ποτέ το χαμόγελο και την αμεσότητά τους.
Γιατί από τον Ηλία και η παρέα του θα ακούσεις τραγούδια όπως «Αχ βρε παλιομισοφόρια», «Στον Πειραιά συννέφιασε», «Χαρταετοί (του Θεοδωράκη), «Είμαι κόκορας κεφάτος (έδωσα τα ρέστα μου! ), «Εσύ είσαι η αιτία που υποφέρω», «Τα ματόκλαδά σου λάμπουν» κ. α.
Αλλά πάνω απ’ όλα – κι αυτό είναι που το κάνει να ξεχωρίσει και να είναι μοναδικό- για την ατμόσφαιρά του. Η ατμόσφαιρα μιας Αθήνας που έχει χαθεί από τον χάρτη. Μιας Αθήνας που σερβίρει αποδομημένο μουσακά και κατεψυγμένη πατατούλα. Που έχει χάσει τον δρόμο της σε πολλούς τομείς. Γιατί αν πάρεις λάθος τρένο, σε όποιον σταθμό κι αν κατέβεις πάλι λάθος θα είσαι...

Μόνο και μόνο που αντιστέκεται πεισματικά στα σημεία των -δύσκολων- καιρών και συνεχίζει όλο αυθεντικότητα τον δρόμο του, αυτό εμένα μου φτάνει. Γιατί δεν συμβιβάστηκε προκειμένου να γίνει πιο εμπορικό και να γεμίσει μερικές παραπάνω καρέκλες κάθε βράδυ. Έμεινε πιστό σε αυτό που ξέρει πολύ καλά να κάνει. Κι αυτό «περνάει» και σε όλους το επισκέπτονται. Πολλά ταβερνάκια προσπαθούν να χαρακτηριστούν σαν κουτουκάκια. Όμως αυτό δεν έχει να κάνει με μερικές παλιές καρέκλες και καμιά δεκαριά κορνίζες από διαφημίσεις μπύρας που ανήκουν στον προηγούμενο αιώνα. Που όλοι μας γνωρίζουμε πως κατά πάσα πιθανότητα τύπωσαν από τον εκτυπωτή του ηλεκτρονικού υπολογιστή τους. Αστεία πράγματα στα οποία δεν αξίζει να επεκταθώ περισσότερο.

Δεν μπορώ να σκεφτώ ιδανικότερη πρόταση για όσους θέλουν να ξαναθυμηθούν την "παλιά Αθήνα" και την διασκέδασή της που την έκανε διάσημη, αλλά και για όσους δεν είχαν ποτέ την τύχη λόγω ηλικίας να έχουν έως σήμερα ανάλογη εμπειρία.

Έχω πολύ καιρό να γράψω. Ίσως γιατί για εμένα πλέον έχουν αλλάξει οι συνήθειες. Μάλλον έχουν περάσει ανεπιστρεπτί οι εποχές που κάθε Σαββατοκύριακο με έβρισκε να κάθομαι και σε τραπέζι νέου εστιατορίου κάθε φορά. Πλέον στην καρδιά μου έχουν σφινωθεί 2-3 εστιατόρια/ταβερνάκια κι έχω σταματήσει να πειραματίζομαι.
‘Ενα από αυτά είναι ο Χαμηλός. Ένα καταφύγιο που περνάω το κατώφλι του όταν έχω την ανάγκη να ξεφύγω από την ασχήμια που βλέπω γύρω μου. Γιατί η στιγμή που θα τους αποχαιρετώ βγαίνοντας στην ψυχρούλα της βραδιάς, θα νοιώθω μια σιγουριά και ηρεμία πως η ΨΥΧΗ μου θα παραμείνει για πολλές ώρες ακόμα ζεστή. Υπάρχει μεγαλύτερη αξία από αυτό?

ΥΓ Και μία διευκρίνηση. Ο Χαμηλός δεν βρίσκεται στην περιοχή Μεταξουργείου/Πλατείας Βάθης που ίσως για κάποιους να σταθεί ανατρεπτικός παράγοντας για να το επισκεπτούν. Βρίσκεται σε μία γλυκήτατη γειτονιά στον Κολωνό.

Δες παλαιότερη κριτική για το ίδιο εστιατόριο απο τον χρήστη ΙΩΓΙΑΝΝΗΣ.


  • Μόνο ο συντάκτης της κριτικής και ο εκπρόσωπος του εστιατορίου μπορούν να σχολιάσουν μια κριτική.